Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Προβολή 01/02/2012 : 'Αλπεις

Η Κινηματογραφική Λέσχη Σερρών ''Στιγμές Της Πόλης" παρουσιάζει την Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου στις 19:30 στο Σινε-Κρόνιο την νεα δημιουργία του Γιώργου Λάνθιμου '''Αλπεις".


'Αλπεις
του Γιώργου Λάνθιμου
με τους Αριάν Λαμπέντ, Αγγελική Παπούλια, Άρη Σερβετάλη

Βραβείο Σεναρίου στο 68ο Φεστιβάλ Βενετίας 2011 

Υπόθεση:
Μια νοσοκόμα, ένας τραυματιοφορέας, μια αθλήτρια ρυθμικής γυμναστικής και ο προπονητής της έχουν δημιουργήσει μια ομάδα. Αντικαθιστούν νεκρούς ανθρώπους. Προσλαμβάνονται από τους φίλους και τους συγγενείς των νεκρών. Η ομάδα ονομάζεται Άλπεις και ο αρχηγός της, ο τραυματιοφορέας, ονομάζεται Mont Blanc. Τα μέλη της ομάδας είναι υποχρεωμένα να λειτουργούν σύφωνα με κάποιους κανόνες που έχει ορίσει ο αρχηγός. Η νοσοκόμα δεν υπακούει αυτούς τους κανόνες. 


Κριτικές :

Ο Λάνθιμος ανταλλάσσει τη δραματική σάτιρα μ’ ένα ψυχρό γκανγκστερικό ιδίωμα, όπου η «αναντικατάστατη» ομάδα με τους υποκατάστατους εκμεταλλεύεται τον πόνο, προσφέροντας το ξεροκόμματο της συντροφιάς με μεθοδικό επαγγελματισμό. Ό,τι ζητάς παίρνεις. Η έκκληση για παρέα είναι πραγματικό περιστατικό, ένα ακόμη αποδεικτικό απόγνωσης μεταφυσικής ερημιάς. Οι Άλπεις είναι μια τολμηρή ταινία, έμμεσα πολιτική, βαθιά ανθρώπινη. - Lifo

Οπτική, καδραρίσματα, διεύθυνση φωτογραφίας, σε υψηλά επίπεδα, θα συναρπάσουν το βλέμμα των περισσότερο μυημένων στη «σχολή Λάνθιμου», η ημιμπρεχτική υποκριτική αυτή τη φορά δε συγκρούεται με τη νατουραλιστική καθοδήγηση, η Αγγελική Παπούλια κατανοεί σε βάθος την υπόσταση του «πολλαπλού» ρόλου της και μεγαλουργεί με άνεση, τα αστεία (ποιος περίμενε να ηχήσει στην ταινία η πάλαι ποτέ παπανδρεϊκή, αν και αγαπητή από το ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας, Carmina Burana;) εκπλήσσουν και δονούν το εσωτερικό κενό ή την αμηχανία του θεατή και οι Άλπεις κατακτούν το δύσκολο υψόμετρο - στόχο που έχει βάλει ο δημιουργός τους.  - mftm.blogspot.com

 «Θα μπορούσε να πει κανείς πως οι “Άλπεις” του Γιώργου Λάνθιμου αποτελούν μία μεταμοντέρνα επαναπροσέγγιση της (κινηματογραφικής) κοσμοθεωρίας περί σύγχρονης σκέψης, που πρώτος ανέπτυξε ο Κρόνενμπεργκ.»- Sight and Sound

«Με τον “Κυνόδοντα”, την πολυβραβευμένη προηγούμενη ταινία του, ο Λάνθιμος εξασφάλισε τη φήμη του χαμογελαστού νεκροθάφτη της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας. Με τις “Άλπεις”, αυτή την υπέροχα παγερή, αδιαφανή νέα του δουλειά, προχωρά ακόμη παραπέρα, παρουσιάζοντας μια κοινωνία που έχει χάσει προ πολλού τον προσανατολισμό της, καταλήγοντας συναισθηματικά ανισόρροπη.» - Xan Brooks, The Guardian

«Θα το πούμε μόνο μια φορά: αξίζει να πάτε στις “Άλπεις” όσο πιο απροετοίμαστοι γίνεται. Δε μοιάζει με τίποτα που να έχετε ξαναδεί (εκτός, βέβαια, αν είστε fan του “Κυνόδοντα”) και η πραγματική απόλαυση έγκειται στο να την παρακολουθείτε να σας αποκαλύπτει σιγά-σιγά τα μυστικά της...»
«Σχετικά πιο προσιτή από τον “Κυνόδοντα”, η νέα ταινία του Λάνθιμου αποτελεί μια κατάμαυρη κωμωδία, η οποία, όμως, διόλου δε στερείται ανθρωπιάς. Γιατί, όσο παράδοξος κι αν είναι ο κόσμος στον οποίο κινούνται οι ήρωές του, και όσο ακατανόητες κι αν είναι οι πράξεις τους, ο Έλληνας δημιουργός μοιάζει να νοιάζεται πραγματικά για εκείνους...»- Oliver Lyttelton, Indiewire

«Η καυστική νέα ταινία του Γιώργου Λάνθιμου είναι εξίσου αλλόκοτη και ελλειπτική με τις προηγούμενές του και ασκεί ακριβώς την ίδια ανεξήγητη, όσο και ακαταμάχητη έλξη στους θεατές που θα δηλώσουν πρόθυμοι να παρασυρθούν στον ερμητικά κλειστό ιστό των απάνθρωπων σχέσεών της...»- Deborah Young, The Hollywood Reporter

«Η νέα ταινία του Λάνθιμου αποτελεί ένα ακόμη μεθυστικό κοκτέιλ από ιδιόρρυθμα περιστατικά και ανθρωπολογικές μελέτες φροϋδικού χαρακτήρα πάνω στο ανθρώπινο είδος και τη σύγχρονη κοινωνία, διανθισμένο με μια εξαιρετικά διεστραμμένη αίσθηση χιούμορ...»- Boyd Van Hoeij, Variety
«Είναι ιδιαίτερα ευχάριστο να παρακολουθείς την εξέλιξη ενός νέου ευρωπαίου κινηματογραφιστή, ο οποίος έχει κάτι το πραγματικά καινούργιο να πει και μάλιστα με έναν γνήσια δικό του τρόπο. Το γεγονός ότι στις ταινίες του συνυπάρχουν ιδανικά η μαύρη κωμωδία, η οδυνηρή μελαγχολία και η διαρκής αίσθηση της απειλής, αποτελεί ένα μικρό, μόνο, δείγμα του ταλέντου του...»
«Αν η ταινία είχε χολιγουντιανή προέλευση, πιθανότατα θα είχε τη μορφή δακρύβρεχτου δράματος ή θρίλερ χιτσκοκικού ύφους. Ωστόσο, οι “Άλπεις” πετυχαίνουν να σε ιντριγκάρουν, επειδή ακριβώς αποφεύγουν τις εύκολες εξηγήσεις...»
-Lee Marshall, Screen Daily



Βιογραφικά

Γιώργος Λάνθιμος
Ο Γιώργος Λάνθιμος γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου και σπούδασε σκηνοθεσία για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.
Με αφετηρία το 1995, έχει σκηνοθετήσει βίντεο για διάφορες χοροθεατρικές ομάδες, τηλεοπτικά διαφημιστικά σποτ, μουσικά βίντεο, ταινίες μικρού μήκους, αλλά και θεατρικά έργα. Το 2011 σκηνοθέτησε την παράσταση «Πλατόνοφ» του Τσέχωφ, η οποία παρουσιάστηκε στο Εθνικό Θέατρο.
Η «ΚΙΝΕΤΤΑ» (2005), η οποία αποτέλεσε το μεγάλου μήκους κινηματογραφικό του ντεμπούτο, προβλήθηκε στα κινηματογραφικά Φεστιβάλ του Τορόντο
και του Βερολίνου, όπου και απέσπασε θετικές κριτικές. Η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, «ΚΥΝΟΔΟΝΤΑΣ» (2009) έκανε την πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ Κανών 2009, όπου και απέσπασε το βραβείο Καλύτερης Ταινίας του τμήματος «Ένα Κάποιο Βλέμμα», ενώ ακολούθησαν ποικίλες βραβεύσεις της σε δεκάδες κινηματογραφικά φεστιβάλ ανά τον κόσμο. Το 2010, ο «ΚΥΝΟ∆ΟΝΤΑΣ» ήταν υποψήφια ταινία για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας.
Η τελευταία του ταινία «ΑΛΠΕΙΣ» (2011) έκανε την πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ Βενετίας 2011, και απέσπασε το Osella Καλύτερου Σεναρίου.

Αγγελική Παπούλια
Γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών και τη ∆ραματική Σχολή του Θεάτρου Εμπρός το 2000.
Συμμετείχε στην κινηματογραφικές ταινίες: «Το Σπιρτόκουτο» (2002), σκηνοθεσία Γιάννης Οικονομίδης, «Αθανασία» (2008), σκηνοθεσία Πάνος Καρκανεβάτος, «ΚΥΝΟ∆ΟΝΤΑΣ» (2009), σκηνοθεσία Γιώργος Λάνθιμος (βραβείο Καλύτερης Ταινίας του τμήματος «Ένα Κάποιο Βλέμμα» του Φεστιβάλ Κανών 2009,
Βραβείο Καλύτερης Γυναικείας Ερμηνείας στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Σαράγεβο 2009, υποψήφια για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας 2011),
«ΑΛΠΕΙΣ», σκηνοθεσία Γιώργος Λάνθιμος (Osella Καλύτερου Σεναρίου, Φεστιβάλ Βενετίας 2011).
Τον Οκτώβριο του 2004 ίδρυσε μαζί με τον Γιώργο Βαλαή και τον Χρήστο Πασσαλή την θεατρική ομάδα blitz. Η ομάδα είναι φέτος υποψήφια για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Θεάτρου στην κατηγορία Νέες Θεατρικές Πραγματικότητες. Μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας έχει σκηνοθετήσει, γράψει και συμμετάσχει ως ηθοποιός σε διάφορες παραστάσεις. Έχει ακόμη συμμετάσχει σε θεατρικές παραστάσεις του Μιχάλη Μαρμαρινού, του Λευτέρη Βογιατζή και του Εθνικού Θεάτρου
σε σκηνοθεσία Γιώργου Χουβαρδά και Γιώργου Λάνθιμου.

Ariane Labed
Γεννήθηκε το 1984 στην Αθήνα από Γάλλους γονείς. Μεγάλωσε μεταξύ Ελλάδας, Γερμανίας και Γαλλίας.
Aφού σπούδασε χορό για δέκα χρόνια, συνέχισε σπουδάζοντας «Πρακτική και Θεωρία της Τέχνης» στο Université de Provence.
Είναι ιδρυτικό μέλος του Vasistas Theatre Company και έχει συμμετάσχει σε όλες τις παραστάσεις τους.
Έχει επίσης συνεργαστεί με το Εθνικό Θέατρο στην ομαδική παράσταση «Faust» και στην παραγωγή των Vasistas «Phobia» στην Πειραματική Σκηνή,
αλλά και στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου «Πλατόνοφ» σε σκηνοθεσία Γιώργου Λάνθιμου.
Για την πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση στο «ATTENBERG», σε σκηνοθεσία Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη, κέρδισε το Coppa Volpi Kαλύτερης Γυναικείας Ερμηνείας στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Βενετίας 2010, Βραβείο Καλύτερης Γυναικείας Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Premiers Plans στο Ανζέρ της Γαλλίας,
και τιμήθηκε με το Βραβείο Α’ Γυναικείου Ρόλου από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου.
Έκτοτε έχει εμφανιστεί στην τελευταία ταινία του Γιώργου Λάνθινο, «ΑΛΠΕΙΣ» (2011),
η οποία έκανε την πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ Βενετίας 2011, και απέσπασε το Osella Καλύτερου Σεναρίου.

Άρης Σερβετάλης
Ο Άρης Σερβετάλης γεννήθηκε στην Αθήνα. Aπόφοιτος της ∆ραματικής Σχολής του ∆ιομήδη Φωτιάδη.
Από το 1997 συμμετάσχει σε θεατρικές παραστάσεις με τις ομάδες «Κινητήρας», «Θέαμα» και του ∆ημήτρη Παπαϊωάννου, και έχει συνεργαστεί με τους σκηνοθέτες Γιώργο Λάνθιμο και Γιάννη Κακλέα και την εικαστικό Έφη Μπίρμπα. Στον κινηματογράφο έχει συνεργαστεί με τον Γιώργο Λάνθιμο, τον Μπάμπη Μακρίδη,
τον Χρήστο Γεωργίου και τον Άγγελο Φραντζή. Έχει εργαστεί για την τηλεόραση και το ραδιόφωνο.

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

Προβολή 18/01/2012 : Ένας Χωρισμός

 Η Κινηματογραφική Λέσχη Σερρών ''Στιγμές Της Πόλης" παρουσιάζει την Τετάρτη 18 Ιανουαρίου  στις 19:30 στο Σινε-Κρόνιο την αριστουργηματική και πολυβραβευμένη  δημιουργία του Ασγκάρ Φαραντί ''Ένας Χωρισμός".


Χρυσή Άρκτος  Φεστιβάλ Βερολίνου 2011
Αργυρή Άρκτος Γυναικείας Ερμηνείας
Αργυρή Άρκτο Ανδρικής Ερμηνείας
Υποψήφια Για Χρυσή Σφαίρα Καλυτερης Ξενογλωσσης Ταινίας 2012
Καλύτερη Ξενόγλωσση Ταινία 2011 Ενωση Κριτικών Νέας Υόρκης
Καλύτερο Σενάριο 2011 Ένωση Κριτικών Λος Άντζελες
Καλύτερη Ξενόγλωσση Ταινία & Σενάριο 2011 Εθνική Ενωση Κριτικών Η.Π.Α.

Υπόθεση: Η Σιμίν θέλει να φύγει απ' το Ιράν μαζί με το σύζυγό της Ναντέρ και την κόρη τους. Έχουν ήδη κάνει όλες τις απαραίτητες προετοιμασίες, όταν ο Ναντέρ αρχίζει να το σκέφτεται, αφού δεν θέλει να αφήσει πίσω τον άρρωστο πατέρα του. Έτσι, όταν ο Ναντέρ αποφασίζει να ακυρώσει τελικά το ταξίδι, η Σιμίν ζητάει διαζύγιο και -όταν η αίτησή της απορρίπτεται- αρνείται να ζήσει με τον Ναντέρ και μετακομίζει στο πατρικό της...

Κριτικές απο τον Ελληνικό τύπο :

Ιρανική ταινία που παραδίδει μαθήματα σκηνοθετικού ύφους και καλλιτεχνικής ευαισθησίας, καταγράφοντας τις ανατροπές στις σχέσεις των μελών δυο αντιμαχόμενων οικογενειών. Η μεγάλη των Ιρανών σχολή είναι εδώ, προσφέροντάς μας ένα ακόμη ανεκτίμητο κινηματογραφικό διαμάντι. Μη την χάσετε.(Το Ποντίκι)

 Ενα αριστούργημα που παρουσιάζει την πολύπλοκη εξουσία του τρίπτυχου «κράτος, θρησκεία, οικογένεια» και πώς αυτό διαβρώνει τον κοινωνικό ιστό, την προσωπική ηθική και τις σχέσεις των ανθρώπων. Από τις ταινίες που σ' οδηγούν να βγεις βουβός από την αίθουσα, αλλά με εκκωφαντικούς διαλόγους να διαδραματίζονται στο μυαλό σου. Χρυσή Αρκτος και βραβεία ανδρικής και γυναικείας ερμηνείας στο πρόσφατο φεστιβάλ Βερολίνου.(Flix.gr)

Εμεινα με το στόμα να χάσκει σαν παλιάλογο. Από το Ιράν; Από το Ιράν. Ούτε ηθογραφία ούτε τριτοκοσμική κλάψα είναι. Το ίδιο περιστατικό θα μπορούσε να συμβεί από τη Νέα Υόρκη μέχρις εδώ. Το λένε «Ενας χωρισμός», και σε όλα τα επίπεδα είναι αριστοτεχνικό!Δέκα με τόνο η σκηνοθεσία. Δέκα με τόνο το σενάριο. Δέκα με τόνο η φωτογραφία. Δέκα με τόνο το ντεκουπάζ. Δέκα με τόνο η ρυθμολογία. Δέκα με τόνο οι ερμηνείες. Ολων. Τα δύο μικρά κορίτσια βάζουν τα γυαλιά σε όλες τις μεγάλες κυρίες. Υποκλίνομαι στον μεγιστοτεράστιο Ασγκάρ Φαραντί.(Τα Νέα)

Από μια καραμπινάτη αλληγορία, ανάμεσα στο νέο Ιράν που βλέπει ορίζοντα και θέλει να δραπετεύσει από τα στεγανά (η Σιμίν) και την παραδοσιακή Περσία που μετεξελίχθηκε σε θεοκρατικό καθεστώς με αυστηρότητα και ποινές που ιδιάζουν σε φονταμενταλιστικές πρακτικές (ο σύζυγος Ναντέρ), ο σκηνοθέτης Ασγκάρ Φαραντί στήνει, στην καλύτερη του ταινία, ένα διάλογο υπαρκτό και κρουστό, ένα οικουμενικό στόρι με τρομερό ενδιαφέρον και πλοκή, χωρίς φτιασίδια και κόλπα, σε μια από τις σπουδαιότερες ταινίες της χρονιάς.(Lifo)

Με σιγουριά, αλλά και διακριτικότητα, ο Φαραντί ξεπερνά το απλό οικογενειακό δράμα, για να μας προσφέρει μια συναρπαστική, συγκλονιστική ταινία, αντάξια εκείνων των συμπατριωτών του, Τζαφάρ Παναχί και Αμπάς Κιαροστάμι.(Ελευθεροτυπία)

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

Προβολή 14/12/2011 : Το Δέρμα Που Κατοικώ

Η Κινηματογραφική Λέσχη Σερρών ''Στιγμές Της Πόλης" παρουσιάζει την Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου στις 19:30 στο Σινε-Κρόνιο την τελευταία  δημιουργία του Πέδρο Αλμοντόβαρ  ''Το Δέρμα Που Κατοικώ".
 
Επίσημη Συμμετοχή Φεστιβάλ Καννών 2011



La piel que habito. Ισπανία, 2011. Σκηνοθεσία-σενάριο: Πέδρο Αλμοδόβαρ. Ηθοποιοί: Αντόνιο Μπαντέρας, Ελένα Ανάγια, Γιαν Κορνέτ, Μαρίζα Παρέδες. 117'

Κριτικές για την ταινία :
Το σατανικό σχέδιο εκδίκησης που βάζει μπροστά ένας πλαστικός χειρουργός θα οδηγήσει σε τραγικά αποτελέσματα, σε μια ταινία που κινείται ανάμεσα στις ταινίες τρόμου και το ψυχολογικό δράμα, με κυρίαρχα στοιχεία το πάθος και το σεξ.
Από τις ταινίες τρόμου και τη μαύρη κωμωδία μέχρι το θρίλερ και το ψυχολογικό δράμα αντλεί στοιχεία ο Πέδρο Αλμοδόβαρ για τη νέα του ταινία «Το δέρμα που κατοικώ». Ο ήρωάς του, ο Ρόμπερτ Λεντγκάρντ (ένας πολύ καλός, συγκρατημένος Αντόνιο Μπαντέρας), είναι ένας εξαίρετος πλαστικός χειρουργός που, μετά την τραγική αυτοκτονία της γυναίκας του, αρχίζει να πειραματίζεται με τη δημιουργία ενός συνθετικού δέρματος που θα την επαναφέρει στη ζωή. Τα πράγματα παίρνουν αναπάντεχη τροπή όταν ο Ρόμπερτ, στα πρόθυρα της τρέλας, μετά το βιασμό και την αυτοκτονία της κόρης του, απάγει τον βιαστή της και βάζει μπροστά ένα σατανικό σχέδιο εκδίκησης.
Με βάση το βιβλίο του συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων Τιερί Ζονκέ, ο Αλμοδόβαρ έφτιαξε μια ταινία που περιέχει όλα τα γνωστά στοιχεία των ταινιών. Στοιχεία που ο σκηνοθέτης τού «Δέσε με» και «Γυναίκες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης» συνδυάζει με το ξεχωριστό, ηδονοβλεπτικό βλέμμα του, πάνω στους χώρους (το απομονωμένο σπίτι του Ρόμπερτ) και τα διάφορα αντικείμενα (φορέματα, έπιπλα, πίνακες, ιατρικά εργαλεία) και στα σώματα, στα μάτια, στα χέρια, στα χείλη τους, με το πάθος και το σεξ να καθοδηγεί τις εκφράσεις και τις αντιδράσεις τους. Εξαίρετο παράδειγμα η εισαγωγική σκηνή, όπου βλέπουμε τον Ρόμπερτ να παρακολουθεί στο εργαστήριό του τη Βέρα (πολύ εντυπωσιακή η Ελένα Ανάγια), μια νεαρή, «αιχμάλωτη», όπως ανακαλύπτουμε στη συνέχεια, να κάνει γιόγκα, φορώντας ένα πολύ σφιχτό κολάν. Ενώ με ένα έξυπνο, παράλληλο μοντάζ, που κινείται ανάμεσα στο παρόν και τα φλας μπακ, δημιουργεί την ατμόσφαιρα της ψύχωσης που φαίνεται να καθοδηγεί όχι μόνο τον Ρόμπερτ αλλά και όλα τα άλλα πρόσωπα, μαζί και τη Μαρίλια (Μαρίζα Παρέδες), την ηλικιωμένη γκουβερνάντα (στην πραγματικότητα μητέρα του) και πιστή συνεργάτιδα στα πειράματά του.
Μιλώντας στις Κάνες, μετά την προβολή της ταινίας του, ο Αλμοδόβαρ αναφέρθηκε στην επίδραση από το έργο του Φριτς Λανγκ της γερμανικής εξπρεσιονιστικής περιόδου. Η ταινία του όμως εμπνέεται και από άλλες ταινίες του φανταστικού, ιδιαίτερα τον «Φράνκενσταϊν» του Τζέιμς Γουέιλ και το «Μάτια χωρίς πρόσωπο» του Ζορζ Φρανζί, αλλά και από το «Δεσμώτη του ιλίγγου» του Χίτσκοκ. Με την ταινία του αυτή ο Αλμοδόβαρ δείχνει να έχει φτάσει σε μια ωριμότητα - λείπουν απ' αυτήν πολλές από τις υπερβολές του παρελθόντος, χωρίς όμως να προσεγγίζει το «Μίλα μου». Είναι ωστόσο η καλύτερη ταινία που μας έδωσε τα τελευταία χρόνια. 
(Ελευθεροτυπία - Νίνος Φενέκ Μικελίδης)

Απ' όταν η γυναίκα του κάηκε σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, ο γιατρός Ρομπέρ Λεντγκάρντ, ειδικός στην πλαστική χειρουργική, προσπαθεί να δημιουργήσει ένα τεχνητό δέρμα που θα μπορούσε να την είχε σώσει. Μετά από δώδεκα χρόνια, κατορθώνει να κατασκευάσει ένα τέτοιο δέρμα που μπορεί να είναι ασπίδα απέναντι σε κάθε επίθεση. Εκτός από τα χρόνια που ξοδεύει στην έρευνα και τα πειράματά του, ο Ρομπέρ χρειάζεται τρία ακόμη πράγματα: καμιά ηθική αναστολή, έναν βοηθό, κι ένα ανθρώπινο πειραματόζωο. Οι ηθικές αναστολές δεν υπήρξαν πρόβλημα, ενώ η Μαρίλια, η γυναίκα που τον φρόντιζε απ την μέρα που γεννήθηκε είναι η πιο πιστή συνεργός. Οσο για το ανθρώπινο πειραματόζωο...
Αν σηκώσεις το «Δέρμα Που Κατοικώ» αυτό που θα βρεις από κάτω είναι όλα αυτά που εδώ και τρεις δεκαετίες προσπαθεί να πει ο Πέδρο Αλμοδόβαρ με κάθε του καινούρια ταινία. Ολα αυτά που μέσα στα χρόνια έκαναν το σινεμά του να εισπνέει και να εκπνέει στο πολλαπλάσιο σινεφίλ αναφορές, κιτς υπερβολες, queer εξτραβαγκάντζες, μελοδραματικές εκρήξεις και πάνω απ' όλα ιστορίες πάθους φτιαγμένες για να ποτίσουν ανεξίτηλα το σελιλόιντ με την υψηλή τους – σχεδόν απαγορευτική για το σύγχρονο σινεμά – περιεκτικότητα σε ανθρώπινη αδυναμία.
Προσπαθώντας για χρόνια να αποδράσει από όλα όσα μπορεί να φυλακίσουν έναν γκέι άνδρα, έναν νεαρό δημιουργό που ανήκε στο πιο σημαντικό underground κίνημα που γεννήθηκε ποτέ στη Μαδρίτη (Movida), ένα παιδί που γεννήθηκε σε μια φτωχή καθολική οικογένεια στην επαρχία και έναν σκηνοθέτη που για χρόνια όλοι αντιμετώπιζαν ως ένα «αστείο», ο Αλμοδοβάρ έκανε τις αδυναμίες του δύναμη, τα απωθημένα του διαλόγους και τις εμμονές του εικόνες. Δημιουργώντας ένα φιλμικό σύμπαν γεμάτο από ανθρώπους που προσπαθούν και αυτοί όπως και ο ίδιος να αποδράσουν. Από την οικογένεια τους, τους εραστές τους, το παρελθόν τους, το φύλο τους...
Δεν είναι λοιπόν παράξενο που ο Αλμοδοβάρ φτάνει στα 62 του χρόνια στο «Δέρμα Που Κατοικώ» έχοντας κατακτήσει τη δική του ελευθερία. Αντίθετα με την ηρωίδα του που ζει φυλακισμένη σε μια έπαυλη (ως άλλος «Πολίτης Κέιν»), αναγκασμένη να είναι το καθημερινό θέαμα/παιχνίδι/πειραματόζωο/ερωτικό αντικείμενο του δεσμοφύλακα της, ο Αλμοδόβαρ μιλάει για πρώτη φορά με μια απελευθερωτική διαύγεια για το σημαντικότερο ίσως θέμα ολόκληρης του έργου του: τον εγκλεισμό.
Και για να το κάνει επιλέγει σοφά τη φόρμα του θρίλερ, ενός είδους με το οποίο φλέρταρε περισσότερες από μια φορές στην φιλμογραφία του (από το «Δέσε Με» μέχρι τα «Ψηλά Τακούνια» και από το «Μίλα Της» μέχρι τις «Ραγισμένες Αγκαλιές») και που εδώ αποθεώνει σε έναν απροκάλυπτο φόρο τιμής στον Αλφρεντ Χίτσκοκ. Κλειδωμένη μέσα σε ένα δωμάτιο, η Βέρα είναι μια σύγχρονη Τζούντι από τον «Δεσμώτη του Ιλίγγου», μια γυναίκα που αναγκάζεται να μεταμορφωθεί για να ικανοποιήσει την εμμονή ενός άντρα. Και αν στον Χίτσκοκ η «μεταμόρφωση» είχε να κάνει με το χρώμα των μαλλιών και την κόμμωση, στον πληθωρικό Αλμοδοβάρ η αλλαγή αφορά ολόκληρο το σώμα και το δέρμα που το περιβάλλει.
Η φιγούρα της Βέρα καλυμένης συνεχώς με ένα ελαστικό κολάν που διαγράφει τη σιλουέτα της, δεν είναι αποτέλεσμα μιας εικαστικής άποψης που βολεύει τα αρχιτεκτονικά οριζόντια πλάνα με τα οποία την κινηματογραφεί ο Αλμοδοβάρ. Ο,τι σκεπάζει το σώμα αυτής της γυναίκας είναι ακόμη μια φυλακή που σε μια έξαρση συμβολισμού φτάνει μέχρι τις οδαλίσκες του Γκόγια και του Μανέ για να καταλήξει σε μια ανατριχιαστική απεικόνιση ενός τέρατος, πίσω δηλαδή στον Δρ. Φρανκεστάιν, στα «Μάτια Δίχως Πρόσωπο» του Ζορζ Φρανζί και τις αράχνες της Λουίζ Μπουρζουά.
Δεν έχει, όμως, σημασία. Οι αναφορές μέσα από τις οποίες ο Αλμοδοβάρ συνθέτει το «Δέρμα Που Κατοικώ» είναι περισσότερες απ' όσες μπορεί να αντέξει ακόμη και ο πιο κατατοπισμένος σινεφίλ ή ο πιο ενημερωμένος φίλος της σύγχρονης Τέχνης. Ακόμη και ο αναγνώστης του «Mygale» του Τιερί Ζονκε, στο οποιό βασίζεται το σενάριο του φιλμ θα δυσκολευτεί να βρει κάτι περισσότερο από μια έμπνευση. Ισως γιατί, όπως, σε όλο το έργο του Αλμοδοβάρ κανένας φόρος τιμής δεν είναι μεγαλύτερος από αυτόν που κάνει στον άνθρωπο.
Τοποθετώντας στο ίδιο στρατόπεδο δύο αιώνιους αντιπάλους, ο Αλμοδοβάρ περιστρέφει τα κέντρα εξουσίας και τις θεματικές της επιθυμίας και της σεξουαλικής ταυτότητας ανάμεσα σε έναν άνδρα και μια γυναίκα μοιράζοντας κυριολεκτικά και μεταφορικά σε τρεις χαρακτήρες τον ίδιο άνθρωπο. Η Βέρα της Ελενα Ανάγια δεν είναι λιγότερο αλμοδοβαρική ηρωίδα από τον Ρομπέρ του Αντόνιο Μπαντέρας, ακριβώς όπως ο Ρομπέρ καταλαβαίνουμε νωρίς πως είναι τελικά ο πραγματικός φυλακισμένος ήρωας της ταινίας. Ενας άντρας τυφλωμένος από εκδίκηση, πάθος και παθολογική εμμονή. Καταδικασμένος να μείνει για πάντα σε ένα νεκρό παρελθόν που προσπαθεί να αναστήσει με σύμμαχο την επιστήμη.
Καμία επιστήμη, όμως, δεν υπήρξε ποτέ ικανή να ανασυνθέσει τους πόρους από τους οποίους αναβλύζει η ανάγκη για επιβίωση, για ζωή και για απόλυτη ελευθερία. Ξένο ή δικό σου το δέρμα υπάρχει μόνο για να σε προστατεύει. Οχι για να σε ορίζει. Και αυτό είναι κάτι που ο Αλμοδοβάρ το ξέρει καλύτερα απ' όλους.
Στο πρόσωπο της Βέρας (το μόνο που μένει ακάλυπτο από τον χειρουργικό μανδύα), βρίσκει για πρώτη φορά στο έργο του ένα καθαρό alter-ego. Και στην ίσως πιο προσωπική του ταινία, ταυτίζεται μαζί της ανάγοντας την αγωνία της να αποδράσει από όλα όσα την κρατούν φυλακισμένη – με κορυφαίο το κορμί της - σε μια μεγαλειώδη πράξη συμφιλίωσης με όλα αυτά που είμαστε και αυτά που δεν θα τολμήσουμε ποτέ να αποδεχτούμε ότι μπορούμε – έστω και με τη βία - να γίνουμε.
Και αυτό είναι η πραγματικά μεγάλη ανατροπή της τελευταίας ταινίας του Πέδρο Αλμοδόβαρ. Αυτό το άλλο, που αποκαλύπτεται στη μέση του φιλμ, ξύνει απλά την επιφάνεια για να μπορέσεις να δεις καθαρά ό,τι πιο τρομακτικό και ταυτόχρονα συναρπαστικό μπορεί να κρύβεται κάτω από το δέρμα που κατοικείς.
 (Fix - Μανώλης Κρανάκης)

Ο Ισπανός auteur, δύο χρόνια μετά τις ελαφρώς χλιαρές «Σπασμένες Αγκαλιές», μοιάζει να επιστρέφει πιο ώριμος στο στυλιζαρισμένο του mix n match, που τον έκανε διάσημο.
Αυτή τη φορά, βασίζει την ιστορία του στο μυθιστόρημα του Τιερί Ζονκέ «Mygale» («Tarantula»), όπου ένας διάσημος πλαστικός χειρουργός (εξαιρετικός στο ρόλο ο Αντόνιο Μπαντέρας) κρατά φυλακισμένη μια νεαρή γυναίκα, κάνοντας πάνω της πειράματα για τη δημιουργία νέου δέρματος. Ο γιατρός έχει χάσει τη γυναίκα του σε ένα φρικτό δυστύχημα, όπου κάηκε ζωντανή, αλλά αυτή δεν είναι η μόνη ανάμνηση από το παρελθόν που τον στοιχειώνει.
Μέσα από μια σειρά φλας μπακ, που πετάνε με την χαρακτηριστική αλμοδοβαρική άνεση από το σήμερα στο χθες και πάλι μπροστά, ο Ισπανός σκηνοθέτης μάς αποκαλύπτει ένα προς ένα τα σκοτεινά μυστικά του φιλμ, χτίζοντας - σε αναλογία με τον τίτλο του βιβλίου στο οποίο βασίζεται- μια δομή αριστοτεχνική κι επιδέξια σαν τον ιστό της αράχνης. Τα θέματα που τον απασχολούν είναι παρόντα και εδώ, τίθενται όμως με μεγαλύτερη ειλικρίνια και μια κυριολεξία που αγγίζει το γκροτέσκο: η ταυτότητα, το σώμα και η αλληλένδετη σχέση των δύο αρθρώνονται μέσα σε μεγαλοπρεπή κάδρα εικαστικής τελειότητας.
Αντλώντας έμπνευση τόσο από τα «Μάτια Χωρίς Πρόσωπο», του Ζορζ Φρανζί, όσο και από τα κλασικά χολιγουντιανά μελοδράματα, το «Δέρμα που Κατοικώ» δεν είναι θρίλερ, ούτε ταινία τρόμου, ούτε κωμωδία αλλά μία μίξη όλων των παραπάνω, αποθεώνοντας ταυτόχρονα τη φόρμα. Χωρίς να χάνει στιγμή το χιούμορ του, το φιλμ παίζει τόσο αβίαστα με το καμπ και την σαπουνόπερα, που αγγίζει στο αποκορύφωμά του τη φάρσα.
Δεν είναι πολλοί οι σκηνοθέτες που μπορούν να βαδίσουν πάνω σε αυτό το λεπτό, αιωρούμενο σχοινί χωρίς να φάνε τα μούτρα τους: στον Αλμοδόβαρ βλέπουμε έναν από αυτούς. Το «Δερμα που Κατοικώ» μπορεί να μην αγγίζει το συναισθηματικό βάθος προηγούμενων ταινιών του αλλά είναι απολαυστικό από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό - αφήνοντάς μας να ζητάμε κι άλλο.
(Σινεμα - Φαίδρα Βόκαλη)

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Προβολή 30/11/2011 : Μελαγχολία

Η Κινηματογραφική Λέσχη Σερρών ''Στιγμές Της Πόλης" παρουσιάζει την Τετάρτη 30 Νοεμβρίου στις 19:30 στο Σινε-Κρόνιο την τελευταία  δημιουργία του Λάρς Φον Τριέρ ''Μελαγχολία".


 με τους Κίρστεν Ντανστ, Σαρλότ Γκένσμπουργκ, Κίφερ Σάδερλαντ, Σαρλότ Ράμπλινγκ, Τζον Χαρτ, Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ, Μπράντι Κόρμπετ, Ούντο Κίερ

Υπόθεση:
Η Τζαστίν (Κίρστεν Ντανστ) και ο Μάικλ (Αλεξάντερ Σκάαρσγκαρντ) γιορτάζουν το γάμο τους με ένα πάρτυ στο σπίτι της αδερφής της (Σαρλότ Γκαίνσμπουργκ) και του άντρα της (Κίφερ Σάδερλαντ). Εντωμεταξύ, ο πλανήτης Μελαγχολία κατευθύνεται προς τη Γη...

 Η ταινία :

Η "ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ" είναι ένα ακόμα φιλμ του Λαρς Φον Τρίερ που στοχεύει στην πρόκληση πέρα από την καταπληκτική ατμόσφαιρα που κυριαρχεί σε μια ταινία όπου ένας πλανήτης (κρυμμένος πίσω από τον Ήλιο) με το όνομα "MELANCHOLIA" έρχεται να χαλάσει τον γάμο τον κεντρικών ηρώων καθώς κατευθύνεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς την Γη. Η ξαφνική αυτή διαπίστωση δημιουργεί την εντύπωση πως οι ...μέρες μας είναι μετρημένες. Θα έρθει η συντέλεια του σύμπαντος, συνεπικουρούμενη από την αποσύνθεση της ζωής και των ανθρώπινων σχέσεων;
Κάθε ταινία του Δανού δημιουργού είναι μια πρόκληση για συζήτηση, πόσο μάλλον όταν ισχυρίζεται αυτή την φορά πως ό,τι βλέπουμε, είναι και η πιο εμπορική του δουλειά! Δεν θα το έλεγα, καθώς δίπλα σ' αυτό το μάλλον σκοτεινό θέμα, εγώ βλέπω κρυμμένη μια φοβερή διάθεση μαύρου χιούμορ, και ένα πολύ ενδιαφέρον παιχνίδι, με την καινούργια μούσα του την Κίρστεν Ντανστ. Σίγουρα λιγότερο ακραία προβοκατόρικο από τον παγανιστικό, ταρκοφσκικό "ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ", που δεν μπορεί να μας αφήσει αδιάφορους.
Ο ίδιος ο Τρίερ τόνισε στην συνέντευξη τύπου : "Πράγματι όλο αυτό έχει ένα νόημα καθώς ναι μεν ο πλανήτης "MELANCHOLIA" κατευθύνεται για να καταστρέψει και την Γη πέρα από έναν γάμο, αλλά από την άλλη μεριά, δεν θα πεθάνουμε όλοι, τελικά! Αυτό δεν είναι το θέμα; (μισογελώντας)".
Επίσης ανέφερε ότι ο ίδιος είχε περάσει πολλές καταθλιπτικές κρίσεις, καθώς τον θυμάμαι με τρεμάμενα χέρια να απαντάει στο μικρόφωνο στις Κάννες πριν δυό χρονια. Είναι ένα θέμα τον οποίο τον απασχολεί και φυσικά το βγάζει και στην οθόνη, τουλάχιστον με αυτό το σαρδόνιο αφοπλιστικό τρόπο του.
Η Σαρλότ Γκένσμπουργκ τόνισε πως μόνο από τον "ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ" και μετά κατάλαβε πως δουλεύει, καθώς στον Δανό δημιουργό αρέσει παρ πολύ να αφήνει κάποια σημεία κρυμμένα, έτοιμα να αποκαλυφθούν μέσα στην πορεία του φιλμ.
Γοητευμένη εμφανίστηκε και η Κίρστεν Ντανστ, από την προσπάθεια του Τρίερ να αποτυπώσει όλο το κλίμα που κυριαρχούσε μέσα του και να μπορέσει να το σχηματοποιήσει στην εικόνα ενός γιγαντιαίου πλανήτη που κατευθύνεται για να καταστρέψει τη Γη.
Τέλος ο Δανός δημιουργός εντείνοντας την αίσθηση του απρόβλεπτου και της "καταστροφικής" αυτοκριτικής που τον χαρακτηρίζει, δήλωσε πως τώρα που ολοκλήρωσε και πρόβαλλε την ταινία του στο 64ο Φεστιβάλ Καννών, συνειδητοποιεί πως δεν του άρεσε καθόλου η ύπαρξη του ρομάντζου! Η μουσική μόνη της θ' αρκούσε... είπε.(via http://www.myfilm.gr)
 
 
Η Άποψη Του Σκηνοθέτη :

Ήταν σα να ξυπνούσα από όνειρο: η παραγωγός μου, μου έδειξε την πρόταση για την αφίσα. «Τί είναι αυτό; » ρώτησα. « Μια ταινία σου », απαντά εκείνη. « Ελπίζω πως όχι», μουρμούρισα. Βλέπω τρέιλερ, φωτογραφίες. Φαίνεται χάλια. Είμαι συντετριμμένος.Μη σχηματίσετε λάθος άποψη... δουλεύω για αυτή την ταινία δύο χρόνια. Με μεγάλη ευχαρίστηση. Ίσως όμως παραπλάνησα τον ίδιο μου τον εαυτό. Μπήκα σε πειρασμό. Όχι ότι έκανε κάποιος κάτι λάθος, αντιθέτως όλοι δουλέψανε πιστά για την επίτευξη του στόχου που έθεσα εγώ. Αλλά όταν η παραγωγός μου, μου δείχνει τα στεγνά γεγονότα, νοιώθω μια ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά μου.
Είναι μια γυναικεία ταινία! Είμαι έτοιμος να την απορρίψω σαν κακό μόσχευμα.
Όμως τι είναι αυτό που ήθελα εξαρχής; Αποφάσισα να βουτήξω στα βάθη του γερμανικού ρομαντισμού. Αυτό ξέρω μόνο. Αλλά αυτό δεν είναι άλλος ένας τρόπος να παραδεχτώ την ήττα μου; Ήττα έως τους χαμηλότερους κινηματογραφικούς κοινούς παρονομαστές. Ο ρομαντισμός κατακρεουργείται με όλους τους κοινότοπους τρόπους σε εμπορικά προϊόντα. Και πρέπει να παραδεχτώ, είχα πολύ καλές και αγαπημένες σχέσεις με το ρομαντικό σινεμά.. και για να δηλώσω το αυτονόητο: το Βισκόντι!
Γερμανικός ρομαντισμός που σου κόβει την ανάσα. Αλλά για το Βισκόντι, υπήρχε πάντα κάποιο στοιχείο που τον έθετε πέρα από τα τετριμμένα—που το μετέτρεπε σε αριστούργημα!
Έχω μπερδευτεί κι αισθάνομαι ένοχος. Τί έχω κάνει;
Ελπίζω μόνο να υπάρχει κάτι που μπορεί να προκαλέσει ρίγος μέσα σε όλο αυτό... Κλείνω τα μάτια μου κι ελπίζω!


Ο ΞΕΝΟΣ ΤΥΠΟΣ ΕΓΡΑΨΕ:  

Το τέλος του κόσμου σηματοδοτεί την αρχή μιας καινούργιας φάσης στην καριέρα του Τρίερ που με την την συναρπαστική «Μελαγχολία» του αποτυπώνει την πιο ευγενική εκδοχή της καταστροφής του κόσμου που θα περίμενε κανείς από οποιονδήποτε σκηνοθέτη, πόσο μάλλον από τον ίδιο. VARIETY
http://www.variety.com/review/VE1117945258/

Το κακό παιδί των Κανών, δημιουργεί ακόμα ένα αριστούργημα. ΤΗΕ FILM STAGE
http://thefilmstage.com/2011/05/18/cannes-review-melancholia/

O Tρίαρ δημιουργεί έναν υπνωτιστικό και οπτικά συγκλονιστικό και συγκινητικό φιλοσοφικό διαλογισμό μετατρέποντας το είδος των ταινιών καταστροφής σε οικογενειακό δράμα. DAILY TELEGRAPH
 http://www.telegraph.co.uk/culture/film/cannes-film-festival/8520943/Cannes-2011-Melancholia-review.html

O Tρίαρ έχει μετατραπεί σε έναν ενορχηστρωτή των ανθρώπινων φόβων και ανησυχιών, σε έναν τελετάρχη ενός ψυχολογικού τσίρκου, και η ‘Μελαγχολία’, παρά τις ατέλειες της, κατοικεί για καιρό το μυαλό σου, σαν ένα τρομαχτικό παραμύθι που σου διηγήθηκε ένας περίεργος θείος. SCREEN INTERNATIONAL
 http://www.screendaily.com/reviews/latest-reviews/melancholia/5027778.article 

O Tρίαρ δαμάζει τη σκηνοθετική του βιρτουοζιτέ προκειμένου να επιτρέψει στις δύο υπέροχες πρωταγωνίστριες του να επεκταθούν με όλη τους την ένταση…Οπτικά συναρπαστική, η «Μελαγχολία» του πετυχαίνει τους ‘παραπλανητικούς’ τις στόχους με σιγουριά και χωρίς φτηνές ευκολίες. MOVING PICTURES
http://www.movingpicturesnetwork.com/28031/melancholia-review/

Παρά τον θρηνητικό της τίτλο, η ταινία, είναι η δουλειά ενός ανθρώπου του οποίου η αργή ανάδυση από την προσωπική του κρίση, οδήγησε στη δημιουργία ενός συγκινητικού αριστουργήματος, σημαδεμένου από μία συγκλονιστική βαθύτητα οράματος. ΕΝΤERTAINMENT WEEKLY
http://insidemovies.ew.com/2011/05/18/cannes-film-festival-lars-von-trier-melancholia-terrence-malick/

Ένα σκοτεινό αποκαλυπτικό αριστούργημα… Ο Τρίαρ αναπτύσσει με υπνωτιστικό χτίσιμο αγαπημένα του μοτίβα ανυψώνοντας τα στο επίπεδο του επικού. INDIEWIRE
http://www.indiewire.com/article/cannes_review_with_melancholia_lars_von_trier_delivers_a_dark_apocalyptic_m/

Βγήκαμε αποσβολωμένοι από την προβολή της ταινίας, έχοντας ξεχάσει όλες μας τις προκαταλήψεις και προσπαθώντας να συγκρίνουμε ή να φέρουμε σε αντιπαράθεση τον υπνωτιστικό στοχασμό του Τρίαρ με την επική διαβεβαίωση του Μάλικ στο “Δέντρο της Ζωής»… Ένα πραγματικό φιλμ του σκοτεινού πρίγκιπα Τρίερ, ο οποίος μπορεί να είναι ένας εγωμανιακός που αυτοϊκτίρεται, αλλά δεν παύει να είναι και ένας ανεπανάληπτος, διεστραμμένος καλλιτέχνης, και τονίζω αυτήν την τελευταία λέξη, που είναι ο μόνος ο οποίος θα μπορούσε να σκηνοθετήσει το τέλος του κόσμου όχι με μια έκρηξη αλλά με τη μουσική του Βάγκνερ. – TIME OUT NEW YORK
http://newyork.timeout.com/arts-culture/film/1426991/cannes-2011-melancholia

Μια ταινία που είναι ταυτόχρονα χάρμα οφθαλμών, ατμοσφαιρικά σκυθρωπή και κατά κάποιο τρόπο σκυθρωπά αστεία. Ο ίδιος ο Τρίαρ δήλωσε πως η ταινία του είναι μια κωμωδία. Συμφωνώ. …Η Μελαγχολία μοιάζει με έναν βαρύ αναστεναγμό, ένα χάζεμα θαυμασμού απέναντι στο τρομακτικό θαύμα των πάντων…και είναι σίγουρα, ότι πιο κοντινό θα μπορούσε να κάνει ο Τρίαρ σε ζεστή αγκαλιά απέναντι στο κοινό του. MOVIELINE
http://www.movieline.com/2011/05/cannes-review-melancholia.php

Το τέλος του κόσμου είναι κοντά μας λέει ο Τρίερ και όπως θυμάστε και από τον Άμλετ, οι Δανοί ξέρουν πολύ καλά να διαισθάνονται τις επικείμενες καταστροφές… Μια πανέμορφη ταινία τέχνης που αξίζει 4 στα 5. EVENING STANDARD
http://www.thisislondon.co.uk/film/review-23951335-cannes-film-festival-melancholia-is-a-beautiful-looking-art-movie.do


Κριτικές Απο Τον Ελληνικό Τύπο.
Δεν είναι ευρέως (συγγνώμη για το λογοπαίγνιο) γνωστό ότι ο Λαρς φον Τρίερ διαθέτει χιούμορ. Και δικαιολογημένα: στις συνεντεύξεις Τύπου η αίσθηση της πλάκας που επιχειρεί κατεβαίνει στο κοινό ως αλαζονεία ή προσβολή και στη μοναδική κωμωδία που προσπάθησε πριν από μερικά χρόνια, το Boss of it all, το 2006, τα έκανε μούσκεμα κι οι θεατές απείχαν. Αυτό δεν σημαίνει πως το χιούμορ μέσα στα δράματά του δεν είναι αποτελεσματικό. Οι ταινίες του συχνά δομούνται όπως ένα ιδιότυπο μυθιστόρημα, και στο πρώτο απ’ τα δυο μεγάλα κεφάλαια, αυτό του γάμου της Τζαστίν με τον καλόκαρδο Μάικλ (Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ), η αποσύνθεση της τελετής μέσα στο τεράστιο σπίτι όπου η αδελφή και ο γαμπρός της δεξιώνονται τους καλεσμένους διατυπώνεται με χιουμοριστικά σχόλια και άβολα ευτράπελα, χαρακτηριστικά της στραβής ματιάς του Φον Τρίερ στην αυταπάτη της ευτυχίας.
Οικογένεια και φίλοι παρακολουθούν την προβληματική και αρρύθμιστη Τζαστίν ν’ αδυνατεί ν αρθρώσει την παραμικρή ευχαρίστηση στην υποτιθέμενα πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της. Η Κλερ κι ο Τζον έχουν κουραστεί από την αχαριστία και τα τερτίπια της. Αρνούνται να παραδεχτούν την ψυχική νόσο που επικρέμεται. Μόνο ο πατέρας της καταλαβαίνει, αλλά κι αυτός είναι επιρρεπής στην αντικοινωνική συμπεριφορά: χρόνια χωρισμένος απ’ τη γυναίκα του, δεν σταματάει να επιδεικνύει μια ασεβή, εγωκεντρική συμπεριφορά προς την οικογένειά του. Ο γάμος είναι φιάσκο, ο Λαρς φον Τρίερ δείχνει να ευχαριστιέται τα διαδικαστικά του ρεζιλέματος, και το αποτυπώνει σαν σκανδιναβική κομεντί που κρύβεται μέσα σ’ ένα απειλητικό δράμα.
Στο δεύτερο μέρος η αναμονή κλιμακώνεται και οι ψυχές πετούν χαμηλά. Στις ταινίες του Φον Τρίερ μια γυναίκα μόνη παίρνει στους ώμους της το φταίξιμο για τις αμαρτίες των ανδρών, υφίσταται τον εξευτελισμό, κουβαλάει το βάρος του κόσμου. Ο Γολγοθάς είναι δεδομένος, το φινάλε επιφυλάσσει μια ξαφνική αλλαγή υπέρ της αδύναμης κατατρεγμένης και το μελό εξαργυρώνεται σε εκδίκηση. Στη Μελαγχολία τα στοιχεία είναι διαφορετικά. Η Τζαστίν απαλλάσσεται απ’ τα δεσμά του γάμου με θόρυβο, τελεσίδικα και ιλαρά. Όλοι περιμένουμε την επικράτηση της οικογένειάς της. Σταδιακά, ωστόσο, επηρεάζει τους υπόλοιπους, τους μολύνει με την αγωνία της, ενισχύει τους φόβους της Κλερ και κυρίως του Τζον, απογειώνοντας την παράνοιά του.
Αποδεικνύεται πολύ δυνατότερη απ’ ό,τι φανταζόμαστε, αλλά δεν υπάρχει ίχνος θριαμβολογίας ή εκδίκησης στην εξέλιξη του έργου. Η κεντρική αντίπαλός της, η αδελφή της, μοιράζεται το spleen και κουρνιάζει για να περιμένει μαζί της το μοιραίο. Οι κοινές καταβολές τις ενώνουν. Επικρατεί το χειρότερο σενάριο. Μετά από χρόνια κατάθλιψης με κυμαινόμενα αποτελέσματα, ο Λαρς φον Τρίερ είναι ένας (αυθεντικά) πονηρός (αυθεντικά) μοιρολάτρης, που ξέρει να μετατρέπει τον πεσιμισμό του σε τέχνη. Και αυτό ακριβώς κάνει εδώ.
Μπορεί η Μελαγχολία να ξενίσει όσους περιμένουν από αυτόν το σοκ, μια καινούργια ανάγνωση αιώνιων θεμάτων υπό το πρίσμα του εικαστικού αιφνιδιασμού και της θεματικής ανορθογραφίας, αλλά σε αυτή την ταινία, χωρίς να έχει να προσθέσει κάτι ολότελα νέο, παρατηρεί την ψυχή πίσω απ’ τη συμπεριφορά και γνωρίζει πάντα πώς ν’ αποδώσει ατμόσφαιρα και να προκαλέσει ερμηνείες που κατεδαφίζουν τις «υποκριτικές» ασπίδες, όπως αυτές της Κίρστεν Ντανστ, η οποία πρέπει να τον ευγνωμονεί για το δώρο του θάρρους που της έκανε.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ - LIFO

 Δύο αδερφές αντιμετωπίζουν, η κάθε μία με τον τρόπο της, το τέλος του κόσμου μας, ύστερα από σύγκρουση με τον τεράστιο πλανήτη Μελαγχολία, σε μια, δοσμένη με δύναμη, ονειρική ομορφιά και λυρισμό, αριστουργηματική ταινία.

Ακολουθώντας τον δρόμο που άνοιξε με τον «Αντίχριστο», όπου εξερευνούσε θέματα όπως η μοναξιά, η ουσία της ζωής σ' ένα ευάλωτο μέλλον, ο αντικομφορμιστής, προκλητικός όπως πάντα, Δανός σκηνοθέτης Λαρς φον Τρίερ έφτιαξε με τη νέα του ταινία «Μελαγχολία» την πιο όμορφη ίσως, ελεγειακή, σπαραχτική ταινία του. Ο άνθρωπος είναι μόνος στο Σύμπαν, σ' έναν πλανήτη που εδώ και δεκαετίες καταστρέφουμε ασύστολα και που εξακολουθούμε να καταστρέφουμε καθημερινά. Η ταινία ξεκινά με ένα εκπληκτικό «μουσικό» πρελούδιο (με υπόκρουση την εισαγωγή από το «Τριστάνος και Ιζόλδη»), με τον Τρίερ να μας παρουσιάζει την καταστροφή του πλανήτη μας ύστερα από σύγκρουση με έναν πολύ μεγαλύτερό του σε μέγεθος πλανήτη, τον πλανήτη Μελαγχολία.

Η ταινία είναι χωρισμένη σε δύο κεφάλαια, αφιερωμένα σε δύο αδερφές, την Τζαστίν (Κίρστεν Ντανστ, βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Κανών) και την Κλερ (Σαρλότ Γκενσμπούργκ). Στο πρώτο μέρος, στο τεράστιο, με γήπεδο γκολφ, εξοχικό της Κλερ, παρακολουθούμε τη δεξίωση της Τζαστίν, που μόλις έχει παντρευτεί για να ξεπεράσει, όπως πιστεύει τη μελαγχολία της. Από την αρχή όμως ξέρουμε πως η δεξίωση πάει στραβά και τελικά θα οδηγήσει σε διάλυση. Στο δεύτερο κεφάλαιο, αφιερωμένο στην Κλερ, παρακολουθούμε τις δύο αδερφές στη διάρκεια ενός διημέρου, μετά τη διάλυση του γάμου, μέχρι την τελική καταστροφή του πλανήτη, με την Κλερ να προσπαθεί να πιστέψει τον άντρα της που τη διαβεβαιώνει πως ο πλανήτης Μελαγχολία δεν πρόκειται να συγκρουστεί με τη Γη.

Για τον Τρίερ, η καταστροφή του κόσμου δεν είναι μια απλή περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας, αλλά ένας τρόπος να ξεπεράσουν η ηρωίδα του και ο ίδιος την κατάθλιψη και να περάσουν στην άλλη πλευρά. Αυτή της ελπίδας και της λύτρωσης. Γιατί, παρ' όλο που φαινομενικά πρόκειται για μια ταινία όπου τα πάντα εξαφανίζονται, ο τρόπος με τον οποίο τα παρουσιάζει ο σκηνοθέτης, δημιουργεί ένα αίσθημα λύτρωσης κι ανοίγει ένα δρόμο αποδοχής της ύπαρξής μας - όπως τονίζεται στην όμορφη σκηνή με τις δύο αδερφές και τον μικρό και αθώο γιο της Κλερ (από τις πιο ωραίες σκηνές του είναι αυτές που με λίγο σύρμα φτιάχνει έναν τρόπο να βλέπει αν ο πλανήτης Μελαγχολία πλησιάζει ή απομακρύνεται από τη Γη) να περιμένουν την τελική σύγκρουση, αγκαλιασμένοι κάτω από μια πρόχειρη «καλύβα» από κλαδιά δέντρων που φτιάχνει η Κλερ. Μια σύγκρουση δοσμένη με τον πιο δυνατό, τρομακτικό, μαζί και εκκωφαντικό, τρόπο, που σε στοιχειώνει.

Η καταστροφή αυτή του πλανήτη μας, για τον σκηνοθέτη του «Αντίχριστου», είναι παράλληλα και ένας τρόπος για να καταγράψει τον ίδιο τον άνθρωπο μπροστά σε ένα αναπόφευκτο τέλος. Η μοναξιά και η μελαγχολία για τον Τρίερ δεν είναι κατακριτέες, ούτε λόγοι για απαισιοδοξία. Είναι μέσα για να κοιτάξουμε τον ίδιο τον εαυτό μας, να αναγνωρίσουμε τη φύση μας και να συμφιλιωθούμε με τον εαυτό μας και τον θάνατο. Ο θάνατος είναι, για δημιουργούς όπως ο Τρίερ, μέσο για ενδοσκόπηση. Ο θάνατος -είτε προσωπικός είτε του κόσμου- μας βάζει μπροστά στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής. Οι συζητήσεις στη γαμήλια δεξίωση, οι αμφιταλαντεύσεις, η αυτοκριτική έχουν κάτι από τον Ντοστογιέφσκι.

Με ένα στιλ, όπου κυριαρχεί μια αντικειμενική, ψυχρή αντιμετώπιση, που θυμίζει τις τρεις προηγούμενες ταινίες του, «Dogville», «Manderlay» και πάνω απ' όλα τον «Αντίχριστο», ο Τρίερ οδήγησε παραπέρα τη μελέτη του πάνω σε μια φθαρμένη, χωρίς σωτηρία, κοινωνία. Μια κοινωνία που μόνο μέσα από την κατανόηση και την αλτρουιστική αγάπη (όπως αυτή των δύο αδερφών που βλέπουμε στα τελευταία πλάνα της ταινίας) μπορεί να βρει τη λύτρωση. Με τη «Μελαγχολία», ο Τρίερ έφτιαξε μια ταινία ξεχωριστή, ταινία που συνδυάζει τη σκέψη με το σασπένς αλλά και την ομορφιά, μια ταινία αριστουργηματική, απόγειο του κινηματογραφικού του έργου.
ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 


Μια γαμήλια δεξίωση καταστρέφεται, ένας μυστηριώδης πλανήτης απειλεί να συγκρουστεί με τη Γη. Ποιο από τα δύο συμβολίζει καλύτερα το τέλος του - θνητού μας - κόσμου;
Ένας καταιγισμός αφηρημένων εικόνων (με σαφή πηγή έμπνευσης ή αναφορές σε ζωγραφικά έργα τέχνης, από τους «Κυνηγούς στο Χιόνι» του Μπρούγκερ μέχρι την «Οφηλία» του Μιλέϊ, μεταξύ άλλων), ενορχηστρωμένος πάνω στη δραματικά λυρική εισαγωγή της όπερας του Βάγκνερ «Τριστάνος και Ιζόλδη», σου τεντώνει τα βλέφαρα για οκτώ περίπου λεπτά, μέχρι το δυσοίωνο πλάνο της σύγκρουσης δύο πλανητών στο διάστημα. Ο τίτλος του φιλμ και το όνομα του Λαρς Φον Τρίερ αποτελούν μια συνοριακή γραμμή, ανάμεσα στο οπτικό μεγαλείο αυτού του προλόγου και την υπόλοιπη ταινία, η οποία ακολουθεί ένα ολότελα ρεαλιστικό μονοπάτι αισθητικής και αφήγησης. Μερικές από τις εικόνες αυτού του... αδιέξοδου «προλόγου» θα καταφέρουν να εισχωρήσουν στο σύμπαν της πλοκής της «Melancholia», δίχως το πέπλο του εφετζίδικα ονειρικού ή φανταστικού. Η σημειολογία, πιθανότατα, κάνει πάρτι μέσα σ’ αυτά τα οκτώ λεπτά. Ακόμη πιο πιθανό, όμως, είναι ο Τρίερ να γελά πίσω από την πλάτη μας με τούτη τη σεκάνς - σπαζοκεφαλιά, για την οποία δεν θα πάρουμε ποτέ απάντηση.
Τζαστίν. Μέρος πρώτο. Νιόπαντρο ζευγάρι (η σχεδόν σε κατάσταση trance Κίρστεν Ντανστ και ο Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ φορώντας μια μούτα αλά Τζιμ Κάρεϊ), εμφανώς ανώριμο και χαζοχαρούμενα κεραυνοβολημένο (κάποιοι θα το αποκαλούσαν ερωτευμένο...), προσεγγίζει με τεράστια λιμουζίνα την έπαυλη, στην οποία θα τελεστεί μια εντυπωσιακά στημένη γαμήλια δεξίωση. «Enjoy it while it lasts», εύχεται με περίσσια δόση σαρκασμού, όντας χωρισμένη, η μητέρα (πάντα αγέρωχη και βαθιά εσωτερική η Σαρλότ Ράμπλινγκ) της νύφης, αφήνοντας το θεατή να «απολαύσει» μια σειρά από απανωτές ατυχίες διαπροσωπικών σχέσεων, που μοιάζουν με αμερικανοποιημένη παρωδία της «Οικογενειακής Γιορτής» (η πρώτη ταινία της «φούσκας» που άκουγε στο όνομα Δόγμα), σε μορφή ωριαίου επεισοδίου τηλεοπτικής σειράς του ΗΒΟ. Το δυσλειτουργικό και οι νευρώσεις είναι στη διαπασών, ο Τρίερ σίγουρα αυτο-ψυχαναλύεται από τη θέση του σεναριογράφου και τα πάντα πάνε κατά διαόλου. Ο θεσμός της οικογένειας, το νόημα του να παντρεύεται κανείς, κάθε έννοια που σχετίζεται με τη διαιώνιση του είδους μας. Το κοινωνικά ιδεατό, η παράδοση του μοντέλου ζωής, το πολιτισμένα αποδεκτό, όλα συνθλίβονται σταδιακά, παράλληλα με ενδείξεις της φύσης για τον ερχομό ενός μεγάλου κακού. «What did you expect?», καταλήγει να πει η νύφη, σαν σε μνημόσυνο, λίγη ώρα πριν ξημερώσει... το δεύτερο μέρος.
Το κωμικοτραγικό χάνει το πρώτο του συνθετικό με την εμφάνιση του τίτλου - ονόματος της Κλερ, αδελφής της Τζαστίν, συζύγου, μητέρας, μεγαλοαστής και... αλώβητης από την εκδικητική μανία του Τρίερ! Η Κλερ σκέφτεται διαρκώς και φοβάται το μοναδικό πράγμα που θα έπρεπε να προβληματίζει τους πάντες, από το προηγούμενο βράδυ. Ο πλανήτης Μελαγχολία, που έγινε απότομα ορατός από τη Γη σαν δεύτερο φεγγάρι, μας πλησιάζει απειλητικά και η επαφή με τον πολιτισμό, τον «έξω» κόσμο, χάνεται ολοκληρωτικά (αντίο τηλεπικοινωνίες, αντίο ηλεκτρικό ρεύμα). Η Κλερ φοβάται τη Φύση. Και εμείς, για να συμπληρώσουμε την αποστασιοποιημένη εικόνα του - μη ορατού - χάους, γνωρίζουμε τι εστί φύση του ανθρώπινου είδους. Μπροστά στον κίνδυνο, στο ενδεχόμενο του ερχομού του τέλους του κόσμου (μας), ο θεατής απομονώνεται από συναισθήματα και βιώνει... την απόλυτη μοναξιά του. Ο μισανθρωπία του Τρίερ γιορτάζει. Είμαστε μόνοι στο σύμπαν και μόνοι θα πεθάνουμε. Δε θα λείψουμε από κανέναν και κανείς δε θα μας θυμάται. Καμία πίστη, κανένα έλεος, καμιά συγχώρεση. Στάχτη.
Στον αντίποδα των χολιγουντιανών ταινιών καταστροφής, όπου το τέλος συνοδεύεται από λυτρωτικά και πανανθρώπινα μηνύματα, ο Λαρς Φον Τρίερ σου λέει κατάμουτρα πως όλα αυτά είναι σκατά (όπως και η ίδια σου η ύπαρξη, πάνω κάτω) και επιφυλάσσει για το κλείσιμο του «Melancholia» στιγμές που θα σε κάνουν να αισθανθείς γυμνός μέσα στην αίθουσα, με το οξυγόνο να λιγοστεύει θανάσιμα, για σένα και τους γύρω σου. Ως ένας από τους μεγαλύτερους υβριστές της Τέχνης του κινηματογράφου, αλλά και της ζωής της ίδιας, ο Τρίερ έχει ξανά το δικαίωμα να σου γαμήσει την ψυχή, να σου κλωτσήσει κάθε καλοσύνη και να σου θυμίσει, επιτέλους ξανά, πόσο μεγάλο είναι το σινεμά του και γιατί τον χρίσαμε Δημιουργό. Το μόνο πράγμα που στερεί από την ταινία του τον τίτλο του αριστουργήματος είναι το γεγονός πως... η ζωή συνεχίζεται. Τι ειρωνεία κι αυτή.
Ηλίας Φραγκούλης www.cinemad.blogspot.com

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Προβολή 16/11/2011 : Restless

Η Κινηματογραφική Λέσχη Σερρών ''Στιγμές Της Πόλης" παρουσιάζει την Τετάρτη 16 Νοεμβρίου στις 19:30 στο Σινε-Κρόνιο την τελευταία  δημιουργία του Γκας Βαν Σαντ ''Restless".

Έτος: 2011 | Xώρα: Η.Π.Α. | Διάρκεια: 91 λεπτά | Σκηνοθεσία: Gus Van Sant | Σενάριο: Jason Lew | Παίζουν: Mia Wasikowska, Henry Hopper, Ryo Kase.
Ο Ενώχ είναι ένας ντροπαλός έφηβος που ζει αποκομμένος από την πραγματικότητα. Η αδυναμία του να ξεπεράσει το χαμό των γονιών του σε αυτοκινητικό δυστύχημα, τον ωθεί σ’ ένα διαρκές φλερτ με το θάνατο. Έχει αναπτύξει μια ιδιόμορφη σχέση με το φάντασμα ενός Γιαπωνέζου καμικάζι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ η αγαπημένη του συνήθεια είναι να παραβρίσκεται σε κηδείες ανθρώπων που ουδέποτε γνώριζε.
Σε κάποια από αυτές τις κηδείες θα γνωρίσει μια μέρα την Άναμπελ, μία πρόσχαρη κοπέλα με πανέμορφο χαμόγελο και λεπτούς τρόπους, η οποία μοιάζει να είναι το ακριβώς αντίθετό του. Μια δυνατή φιλία θα αναπτυχθεί ανάμεσά τους, η οποία σύντομα θα εξελιχθεί σε δυνατό, έρωτα. Έναν έρωτα με, φαινομενικά, προδιαγεγραμμένη ημερομηνία λήξεως, καθώς η Άναμπελ πάσχει από μια ανίατη ασθένεια…

Το «Restless», που άνοιξε το Τμήμα, “Ένα Κάποιο Βλέμμα”, στο φετινό 64ο Φεστιβάλ των Καννών, είναι η νέα σκηνοθετική δουλειά του δύο φορές υποψήφιου για Όσκαρ, Γκας Βαν Σαντ («Milk», «Ο Ξεχωριστός Γουίλ Χάντινγκ», «Ελέφαντας»). Το σενάριο, είναι του ανερχόμενου ηθοποιού και συγγραφέα Τζέισον Λιου, βασισμένο σε μια συλλογή από σύντομα θεατρικά έργα του.
Ο ιδιοσυγκρασιακός δημιουργός επιστρέφει δριμύτερος σ’ ένα από τα πιο αγαπημένα του θέματα, τα συναισθηματικά αδιέξοδα της αμερικανικής νεολαίας του περιθωρίου, μέσα από μια εθιστική ιστορία αγάπης και αυτό-αποδοχής με υπαρξιακές προεκτάσεις, η οποία ακροβατεί εμπνευσμένα ανάμεσα στο γλυκόπικρο, αμήχανο χιούμορ και την αβίαστη συγκίνηση.
Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους συναντάμε τον πρωτοεμφανιζόμενο Χένρι Χόπερ, γιο του αείμνηστου Ντένις Χόπερ, τη Μία Βασικόβσκα («Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», «Τα Παιδιά είναι Εντάξει»), τον Ρίο Κάσε («Γράμματα από το Ίβο Ζίμα»), την Σκάιλερ Φισκ («Κατά Φαντασία Φοιτητής») και την Τζέιν Άνταμς («Η Αιώνια Λιακάδα ενός Καθαρού Μυαλού»).
Ο Ενώχ Μπρέι και η Άναμπελ Κότον, δύο κοινωνικά απροσάρμοστοι νέοι με παραπλήσια κοσμοθεωρία, αποφασίζουν να περάσουν παρέα τις τελευταίες μέρες του φθινοπώρου, επιστρατεύοντας τα νιάτα, την παιχνιδιάρικη διάθεση, αλλά και την αστείρευτη δημιουργικότητά τους, σε μια προσπάθειά τους να αποδεχτούν το γεγονός πως ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου, δεν αποτελεί παρά αναπόσπαστο κομμάτι του «μεγάλου πλάνου της ζωής».
Πολύ καλές οι ερμηνείες, των δύο βασικών πρωταγωνιστών, κι αν από την Μία Βασικόβσκα, είχαμε δει και στο παρελθόν, δείγματα γραφής, η παρουσία του Χένρι Χόπερ, είναι η πραγματικά ευχάριστη, έκπληξη του φιλμ.
Η μακρά προϋπηρεσία του σε ταινίες που καταπιάνονται με τη ζωντάνια και το πάθος μιας νεολαίας που πασχίζει να βρει διέξοδο σε μια κοινωνία οδυνηρά ψυχρή απέναντί της, καθιστούσε τον Γκαν Βαν Σαντ ιδανική επιλογή για να προσεγγίσει με την αρμόζουσα ωριμότητα και τη δέουσα ευαισθησία το σενάριο του Λιου, διατηρώντας, παράλληλα, ακέραιο το μοναδικό του πνεύμα. Κι ο αντισυμβατικός δημιουργός αποδείχτηκε για μια ακόμη φορά αντάξιος των περιστάσεων, δικαιώνοντας όλους εκείνους που θα επιλέξουν να δουν το «Restless».

«Πάντα ήθελα να δουλέψω στο πλευρό του Γκας. Είναι πολύ χαλαρός στο set, κάτι το οποίο μεταδίδει και στους συνεργάτες του. Μας αντιμετωπίζει ως μια ομάδα ταλαντούχων ανθρώπων που δουλεύουν από κοινού πάνω σε κάτι που αγαπούν με πάθος, στοχεύοντας να δημιουργήσουν κάτι το πραγματικά ξεχωριστό».
Μία Βασικόβσκα, «Άναμπελ»

 (οι συντελεστές της ταινίας στο φεστιβάλ Καννών 2011)

Για τους παραγωγούς της ταινίας, το «Restless» τοποθετείται θεματικά κάπου ανάμεσα στο «Love Story» του Άρθουρ Χίλερ, το «Χάρολντ και Μοντ» του Χαλ Άσμπι και το «Garden State» του Ζακ Μπραφ.
Για μια ακόμη φορά μετά το «Milk», ο Γκας Βαν Σαντ γύρισε κάποιες σκηνές χωρίς καθόλου διαλόγους, στοχεύοντας στο να εκφράσουν οι ηθοποιοί του αυτά που νιώθουν μόνο με το βλέμμα και τις συσπάσεις του προσώπου τους. Η εν λόγω τεχνική αποτελεί «δάνειο» από τις ταινίες του Τέρενς Μάλικ.
Το «Restless» αποτελεί την 6η ταινία στην οποία ο διευθυντής φωτογραφίας Χάρης Σαββίδης συνεργάζεται με τον Γκας Βαν Σαντ. Οι δυο τους γνωρίστηκαν κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων ενός διαφημιστικού spot για τη Levi’s.
Πέρα από τις ιδιόρρυθμες και υποβλητικές μουσικές που έγραψε ο Ντάνι Έλφμαν ειδικά για την ταινία, στο «Restless» ακούγονται και τραγούδια από καλλιτέχνες όπως οι Beatles, ο Sufjan Stevens και η Nico.

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

Πρόγραμμα : Χειμώνας 2011-2012

16/11/2011 - 19:30

Restless
του Γκάς Βάν Σάντ

Επίσημη Συμμετοχή "Ένα Κάποιο Βλέμμα" Φεστιβάλ Καννών 2011


30/11/2011 - 19:30

Μελαγχολία
του Λάρς Φον Τριέρ

Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας Φεστιβάλ Καννων 2011
Επίσημη Συμμετοχή Φεστιβάλ Καννών 2011

14/12/2011 - 19:30

Το Δέρμα Που Κατοικώ
του Πέδρο Αλμοντόβαρ 

Επίσημη Συμμετοχή Φεστιβάλ Καννών 2011




18/01/2012 - 19:30

'Ενας Χωρισμός
του Ασγκάρ Φαραντί
Χρυσή Άρκτος  Φεστιβάλ Βερολίνου 2011
Αργυρή Άρκτος Γυναικείας Ερμηνείας
Αργυρή Άρκτο Ανδρικής Ερμηνείας

01/2/2012 - 19:30

Άλπεις
του Γιώργου Λάνθιμου

Βραβείο Σεναρίου Φεστιβάλ Βενετίας 2011


Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Προβολή 16/02/2011 - Μια Χρονιά Ακόμη

Η Κινηματογραφική Λέσχη Σερρών ''Στιγμές Της Πόλης" παρουσιάζει την Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου στις 19:30 στο Σινε-Κρόνιο την τελευταία και υποψήφια για οσκαρ σεναρίου δημιουργία του Μάικ Λι ''Μια Χρονιά Ακόμη".


 ANOTHER YEAR
Δραματική 2010 Έγχρ. Διάρκεια: 129'
Aγγλική ταινία σε σκηνοθεσία Μάικ Λι με τους: Τζιμ Μπρόουντμπεντ, Λέσλι Μάνβιλ, Ρουθ Σιν
Συμμετοχή στο 63ο Φεστιβάλ Καννών 2010.
(ολες οι πληροφορίες για την ταινία απο to myfilm.gr)
 
Υπόθεση: Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας. Οικογένεια και φιλία. Αγάπη και ζεστασιά. Χαρά και λύπη. Ελπίδα και απόγνωση. Συντροφικότητα. Μοναξιά. Μια γέννηση, ένας θάνατος. Η κάμερα του Μάικ Λι καταγράφει ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, τον ανύπαντρο γιο τους και μερικούς φίλους τους, τα προβλήματα κι την καθημερινότητά τους, καθώς ο χρόνος περνά.

Η Ταινία : Το "Μια Χρονιά Ακόμα" σηματοδοτεί μια αλλαγή στο είδος των ταινιών που μας έχει συνηθίσει ο σκηνοθέτης Μάικ Λι. Η δουλειά του βασιζόταν πάντα σε μια έντονη αίσθηση κοινωνικής παρατήρησης, που ρίχνει μια ανηλεή ματιά και εξερευνά τις νευρώσεις οικογενειών ή ατόμων. Στο επίκεντρο πολλών ταινιών του είναι ένας αεικίνητος πρωταγωνιστής, θυμωμένος με τα όσα συμβαίνουν γύρω του. Στη νέα του ταινία- μια πικρή και τρυφερή μελέτη χαρακτήρων μιας ομάδας ανθρώπων της μέσης ηλικίας- ο Λι επιμένει στην ίδια δομή, εστιάζοντας σε ένα ευτυχισμένο παντρεμένο ζευγάρι που βιώνει τις απογοητεύσεις και τις ατυχίες των φίλων και της οικογένειάς του.
Το ζευγάρι αυτό, ο Τομ και η Τζέρι (που ίσως έχουν "δανειστεί" τα ονόματά τους από τους γνωστούς ήρωες κινουμένων σχεδίων) ζουν μια ευτυχισμένη ζωή. Είναι βαθιά ικανοποιημένοι στη σχέση τους και ευτυχισμένοι με τις καριέρες τους. Ο Τομ (Τζιμ Μπρόουντμπεντ) είναι γεωλόγος μηχανικός και η Τζέρι (Ρουθ Σιν) δικηγόρος. Διέξοδός τους είναι ένα μικρό περιβόλι λαχανικών το οποίο φροντίζουν ιδιαίτερα.
Χωρίζοντας το φιλμ του σε κεφάλαια βασισμένα στις 4 εποχές του χρόνου, ο Λι δομεί το φιλμ του πάνω σε μια σειρά συναντήσεων, που μοιάζουν πολύ με ταινία του Ρομέρ. Φίλοι και οικογένεια κάνουν το πέρασμά τους, περιγράφουν τα προβλήματά τους και φεύγουν. Το χιούμορ πάντα υπάρχει στις ταινίες του Μάικ Λι, εδώ επικεντρώνεται κυρίως στη στενή φίλη των Τομ και Τζέρι, την νευρική και ιδιότροπη Μαίρη (Λέσλι Μάνβιλ), που βρίσκεται ακόμη σε αναζήτηση συντρόφου. Όταν πέφτει το βλέμμα της στον γιο του Τζέρι, η ιστορία αλλάζει πορεία και συμβαίνουν διάφορες ανατροπές.
 

Λίγα λόγια για τον Σκηνοθέτη :
Ο Μάικ Λι γεννήθηκε το 1943 στο Σάλφορντ και σπούδασε με υποτροφία στο Royal Academy of Dramatic Art. Σκηνοθέτησε την πρώτη του κινηματογραφική ταινία το 1971, με τίτλο "Bleak Moments", και χρειάστηκε να περάσουν 17 χρόνια μέχρι να επιστρέψει στον κινηματογράφο, με την ταινία "Μεγάλες Ελπίδες". Κατά τη διάρκεια της απουσίας του από το χώρο του κινηματογράφου, ο Λι ασχολήθηκε με τηλεοπτικές παραστάσεις, ταινίες μικρού μήκους αλλά και θεατρικές παραστάσεις.
Ο Λι συνέχισε την κινηματογραφική του καριέρα με τις ταινίες "Life is Sweet" και "Γυμνός", η οποία του χάρισε το Βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Κανών το 1993. Με τα "Μυστικά & Ψέματα" το 1996, ο Λι απέσπασε υποψηφιότητες για Όσκαρ Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου. Το 1997 επέστρεψε με τα "Κορίτσια Καριέρας", το 1999 βρέθηκε ξανά υποψήφιος για Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου, με την ταινία "Η Παράσταση Μιας Ζωής", και το 2002 σκηνοθέτησε την ταινία "Όλα ή Τίποτα". Το 2004, ο Λι ήταν για άλλη μια φορά ανάμεσα στους υποψηφίους για Όσκαρ Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου, με το "Μυστικό της Vera Drake". Τελευταία του ταινία ήταν η κωμωδία "Τυχερή & Ευτυχισμένη", με πρωταγωνίστρια τη Σάλι Χόκινς.   

Οι Πρωταγωνιστές :  
 \Ο Τζιμ Μπρόουντμπεντ βραβεύτηκε με Όσκαρ β' ανδρικού ρόλου για την ερμηνεία του ως Τζον Μπέιλι, μαζί με την Τζούντι Ντεντς στο "Ίρις" του Ρίτσαρντ Έιρ. Ανάμεσα στις ταινίες στις οποίες έχει συμμετάσχει είναι και οι: "Υπέροχοι Ληστές και τα Κουλουβάχατα της Ιστορίας" και "Μπραζίλ" του Τέρι Γκίλιαμ, "The Good Father" και "Εnchanted April" του Μάικ Νιούελ, "Το Παιχνίδι των Λυγμών" του Νιλ Τζόρνταν, "Σφαίρες Πάνω από το Μπρόντγουεϊ" του Γούντι Άλεν, "Ριχάρδος ο Τρίτος" του Ρίτσαρντ Λοκρέιν, "Μουλέν Ρουζ" του Μπαζ Λούρμαν, "Little Voice" του Μαρκ Χέρμαν, "Οι Συμμορίες της Νέας Υόρκης" του Μάρτιν Σκορσέζε, "Βright Young Things" του Στίβεν Φράι, "Ο Γύρος του Κόσμου σε 80 Μέρες" του Φρανκ Κοράτσι, "Το Ημερολόγιο της Μπρίτζετ Τζόουνς" της Σάρον Μακγκουάιρ, "Bridget Jones: The Age of Reason" της Μπίμπαν Κίντρον, "Vanity Fair: Το Παιχνίδι του Έρωτα" της Μίρα Ναΐρ, "Το Χρονικό της Νάρνια: Το Λιοντάρι, η Μάγισσα και η Ντουλάπα", "Hot Fuzz", "Ιντιάνα Τζόουνς και το Βασίλειο του Κρυστάλλινου Κρανίου", "Ο Χάρι Πότερ και ο Ημίαιμος Πρίγκηψ".
Έχει συνεργαστεί πολλές φορές με τον Μάικ Λι, πρωταγωνιστώντας στο "Life is Sweet", το βραβευμένο με Όσκαρ "Τοpsy Turvy", το "Vera Drake", καθώς και στη μικρού μήκους "A Sense of History" όπου ο Μπρόουντμπεντ έχει συμβάλλει και στο σενάριο. Οι δύο άνδρες έχουν επίσης συνεργαστεί σε θεατρικές μεταφορές των "Goosepimples", "Ecstasy" και "Clay". O Tζιμ Μπρόουντμπεντ έχει συμμετάσχει σε πολλές αξιόλογες θεατρικές δουλειές και έχει κάνει πολλές τηλεοπτικές εμφανίσεις σε σειρές από το "Black Adder" μέχρι τον "Ιnspector Morse". Προσεχώς θα τον δούμε στις ταινίες "Harry Potter and the Deathly Hallows: Part 2" του Ντέιβιντ Γέιτς και "The Iron Lady".
Η Λέσλι Μάνβιλ συνεργάζεται συχνά με τον Μάικ Λι. Έχει παίξει στις ταινίες του "Μυστικά και Ψέματα", "High Hopes", "Topsy Turvy", "All or Nothing", "Vera Drake". Στον κινηματογράφο έχει επίσης συμμετάσχει στην ταινία "A Christmas Carol" του Ρόμπερτ Ζεμέκις. Έχει έναν γιο από τον ηθοποιό Γκάρι Όλντμαν.