Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Προβολή 14/12/2011 : Το Δέρμα Που Κατοικώ

Η Κινηματογραφική Λέσχη Σερρών ''Στιγμές Της Πόλης" παρουσιάζει την Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου στις 19:30 στο Σινε-Κρόνιο την τελευταία  δημιουργία του Πέδρο Αλμοντόβαρ  ''Το Δέρμα Που Κατοικώ".
 
Επίσημη Συμμετοχή Φεστιβάλ Καννών 2011



La piel que habito. Ισπανία, 2011. Σκηνοθεσία-σενάριο: Πέδρο Αλμοδόβαρ. Ηθοποιοί: Αντόνιο Μπαντέρας, Ελένα Ανάγια, Γιαν Κορνέτ, Μαρίζα Παρέδες. 117'

Κριτικές για την ταινία :
Το σατανικό σχέδιο εκδίκησης που βάζει μπροστά ένας πλαστικός χειρουργός θα οδηγήσει σε τραγικά αποτελέσματα, σε μια ταινία που κινείται ανάμεσα στις ταινίες τρόμου και το ψυχολογικό δράμα, με κυρίαρχα στοιχεία το πάθος και το σεξ.
Από τις ταινίες τρόμου και τη μαύρη κωμωδία μέχρι το θρίλερ και το ψυχολογικό δράμα αντλεί στοιχεία ο Πέδρο Αλμοδόβαρ για τη νέα του ταινία «Το δέρμα που κατοικώ». Ο ήρωάς του, ο Ρόμπερτ Λεντγκάρντ (ένας πολύ καλός, συγκρατημένος Αντόνιο Μπαντέρας), είναι ένας εξαίρετος πλαστικός χειρουργός που, μετά την τραγική αυτοκτονία της γυναίκας του, αρχίζει να πειραματίζεται με τη δημιουργία ενός συνθετικού δέρματος που θα την επαναφέρει στη ζωή. Τα πράγματα παίρνουν αναπάντεχη τροπή όταν ο Ρόμπερτ, στα πρόθυρα της τρέλας, μετά το βιασμό και την αυτοκτονία της κόρης του, απάγει τον βιαστή της και βάζει μπροστά ένα σατανικό σχέδιο εκδίκησης.
Με βάση το βιβλίο του συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων Τιερί Ζονκέ, ο Αλμοδόβαρ έφτιαξε μια ταινία που περιέχει όλα τα γνωστά στοιχεία των ταινιών. Στοιχεία που ο σκηνοθέτης τού «Δέσε με» και «Γυναίκες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης» συνδυάζει με το ξεχωριστό, ηδονοβλεπτικό βλέμμα του, πάνω στους χώρους (το απομονωμένο σπίτι του Ρόμπερτ) και τα διάφορα αντικείμενα (φορέματα, έπιπλα, πίνακες, ιατρικά εργαλεία) και στα σώματα, στα μάτια, στα χέρια, στα χείλη τους, με το πάθος και το σεξ να καθοδηγεί τις εκφράσεις και τις αντιδράσεις τους. Εξαίρετο παράδειγμα η εισαγωγική σκηνή, όπου βλέπουμε τον Ρόμπερτ να παρακολουθεί στο εργαστήριό του τη Βέρα (πολύ εντυπωσιακή η Ελένα Ανάγια), μια νεαρή, «αιχμάλωτη», όπως ανακαλύπτουμε στη συνέχεια, να κάνει γιόγκα, φορώντας ένα πολύ σφιχτό κολάν. Ενώ με ένα έξυπνο, παράλληλο μοντάζ, που κινείται ανάμεσα στο παρόν και τα φλας μπακ, δημιουργεί την ατμόσφαιρα της ψύχωσης που φαίνεται να καθοδηγεί όχι μόνο τον Ρόμπερτ αλλά και όλα τα άλλα πρόσωπα, μαζί και τη Μαρίλια (Μαρίζα Παρέδες), την ηλικιωμένη γκουβερνάντα (στην πραγματικότητα μητέρα του) και πιστή συνεργάτιδα στα πειράματά του.
Μιλώντας στις Κάνες, μετά την προβολή της ταινίας του, ο Αλμοδόβαρ αναφέρθηκε στην επίδραση από το έργο του Φριτς Λανγκ της γερμανικής εξπρεσιονιστικής περιόδου. Η ταινία του όμως εμπνέεται και από άλλες ταινίες του φανταστικού, ιδιαίτερα τον «Φράνκενσταϊν» του Τζέιμς Γουέιλ και το «Μάτια χωρίς πρόσωπο» του Ζορζ Φρανζί, αλλά και από το «Δεσμώτη του ιλίγγου» του Χίτσκοκ. Με την ταινία του αυτή ο Αλμοδόβαρ δείχνει να έχει φτάσει σε μια ωριμότητα - λείπουν απ' αυτήν πολλές από τις υπερβολές του παρελθόντος, χωρίς όμως να προσεγγίζει το «Μίλα μου». Είναι ωστόσο η καλύτερη ταινία που μας έδωσε τα τελευταία χρόνια. 
(Ελευθεροτυπία - Νίνος Φενέκ Μικελίδης)

Απ' όταν η γυναίκα του κάηκε σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, ο γιατρός Ρομπέρ Λεντγκάρντ, ειδικός στην πλαστική χειρουργική, προσπαθεί να δημιουργήσει ένα τεχνητό δέρμα που θα μπορούσε να την είχε σώσει. Μετά από δώδεκα χρόνια, κατορθώνει να κατασκευάσει ένα τέτοιο δέρμα που μπορεί να είναι ασπίδα απέναντι σε κάθε επίθεση. Εκτός από τα χρόνια που ξοδεύει στην έρευνα και τα πειράματά του, ο Ρομπέρ χρειάζεται τρία ακόμη πράγματα: καμιά ηθική αναστολή, έναν βοηθό, κι ένα ανθρώπινο πειραματόζωο. Οι ηθικές αναστολές δεν υπήρξαν πρόβλημα, ενώ η Μαρίλια, η γυναίκα που τον φρόντιζε απ την μέρα που γεννήθηκε είναι η πιο πιστή συνεργός. Οσο για το ανθρώπινο πειραματόζωο...
Αν σηκώσεις το «Δέρμα Που Κατοικώ» αυτό που θα βρεις από κάτω είναι όλα αυτά που εδώ και τρεις δεκαετίες προσπαθεί να πει ο Πέδρο Αλμοδόβαρ με κάθε του καινούρια ταινία. Ολα αυτά που μέσα στα χρόνια έκαναν το σινεμά του να εισπνέει και να εκπνέει στο πολλαπλάσιο σινεφίλ αναφορές, κιτς υπερβολες, queer εξτραβαγκάντζες, μελοδραματικές εκρήξεις και πάνω απ' όλα ιστορίες πάθους φτιαγμένες για να ποτίσουν ανεξίτηλα το σελιλόιντ με την υψηλή τους – σχεδόν απαγορευτική για το σύγχρονο σινεμά – περιεκτικότητα σε ανθρώπινη αδυναμία.
Προσπαθώντας για χρόνια να αποδράσει από όλα όσα μπορεί να φυλακίσουν έναν γκέι άνδρα, έναν νεαρό δημιουργό που ανήκε στο πιο σημαντικό underground κίνημα που γεννήθηκε ποτέ στη Μαδρίτη (Movida), ένα παιδί που γεννήθηκε σε μια φτωχή καθολική οικογένεια στην επαρχία και έναν σκηνοθέτη που για χρόνια όλοι αντιμετώπιζαν ως ένα «αστείο», ο Αλμοδοβάρ έκανε τις αδυναμίες του δύναμη, τα απωθημένα του διαλόγους και τις εμμονές του εικόνες. Δημιουργώντας ένα φιλμικό σύμπαν γεμάτο από ανθρώπους που προσπαθούν και αυτοί όπως και ο ίδιος να αποδράσουν. Από την οικογένεια τους, τους εραστές τους, το παρελθόν τους, το φύλο τους...
Δεν είναι λοιπόν παράξενο που ο Αλμοδοβάρ φτάνει στα 62 του χρόνια στο «Δέρμα Που Κατοικώ» έχοντας κατακτήσει τη δική του ελευθερία. Αντίθετα με την ηρωίδα του που ζει φυλακισμένη σε μια έπαυλη (ως άλλος «Πολίτης Κέιν»), αναγκασμένη να είναι το καθημερινό θέαμα/παιχνίδι/πειραματόζωο/ερωτικό αντικείμενο του δεσμοφύλακα της, ο Αλμοδόβαρ μιλάει για πρώτη φορά με μια απελευθερωτική διαύγεια για το σημαντικότερο ίσως θέμα ολόκληρης του έργου του: τον εγκλεισμό.
Και για να το κάνει επιλέγει σοφά τη φόρμα του θρίλερ, ενός είδους με το οποίο φλέρταρε περισσότερες από μια φορές στην φιλμογραφία του (από το «Δέσε Με» μέχρι τα «Ψηλά Τακούνια» και από το «Μίλα Της» μέχρι τις «Ραγισμένες Αγκαλιές») και που εδώ αποθεώνει σε έναν απροκάλυπτο φόρο τιμής στον Αλφρεντ Χίτσκοκ. Κλειδωμένη μέσα σε ένα δωμάτιο, η Βέρα είναι μια σύγχρονη Τζούντι από τον «Δεσμώτη του Ιλίγγου», μια γυναίκα που αναγκάζεται να μεταμορφωθεί για να ικανοποιήσει την εμμονή ενός άντρα. Και αν στον Χίτσκοκ η «μεταμόρφωση» είχε να κάνει με το χρώμα των μαλλιών και την κόμμωση, στον πληθωρικό Αλμοδοβάρ η αλλαγή αφορά ολόκληρο το σώμα και το δέρμα που το περιβάλλει.
Η φιγούρα της Βέρα καλυμένης συνεχώς με ένα ελαστικό κολάν που διαγράφει τη σιλουέτα της, δεν είναι αποτέλεσμα μιας εικαστικής άποψης που βολεύει τα αρχιτεκτονικά οριζόντια πλάνα με τα οποία την κινηματογραφεί ο Αλμοδοβάρ. Ο,τι σκεπάζει το σώμα αυτής της γυναίκας είναι ακόμη μια φυλακή που σε μια έξαρση συμβολισμού φτάνει μέχρι τις οδαλίσκες του Γκόγια και του Μανέ για να καταλήξει σε μια ανατριχιαστική απεικόνιση ενός τέρατος, πίσω δηλαδή στον Δρ. Φρανκεστάιν, στα «Μάτια Δίχως Πρόσωπο» του Ζορζ Φρανζί και τις αράχνες της Λουίζ Μπουρζουά.
Δεν έχει, όμως, σημασία. Οι αναφορές μέσα από τις οποίες ο Αλμοδοβάρ συνθέτει το «Δέρμα Που Κατοικώ» είναι περισσότερες απ' όσες μπορεί να αντέξει ακόμη και ο πιο κατατοπισμένος σινεφίλ ή ο πιο ενημερωμένος φίλος της σύγχρονης Τέχνης. Ακόμη και ο αναγνώστης του «Mygale» του Τιερί Ζονκε, στο οποιό βασίζεται το σενάριο του φιλμ θα δυσκολευτεί να βρει κάτι περισσότερο από μια έμπνευση. Ισως γιατί, όπως, σε όλο το έργο του Αλμοδοβάρ κανένας φόρος τιμής δεν είναι μεγαλύτερος από αυτόν που κάνει στον άνθρωπο.
Τοποθετώντας στο ίδιο στρατόπεδο δύο αιώνιους αντιπάλους, ο Αλμοδοβάρ περιστρέφει τα κέντρα εξουσίας και τις θεματικές της επιθυμίας και της σεξουαλικής ταυτότητας ανάμεσα σε έναν άνδρα και μια γυναίκα μοιράζοντας κυριολεκτικά και μεταφορικά σε τρεις χαρακτήρες τον ίδιο άνθρωπο. Η Βέρα της Ελενα Ανάγια δεν είναι λιγότερο αλμοδοβαρική ηρωίδα από τον Ρομπέρ του Αντόνιο Μπαντέρας, ακριβώς όπως ο Ρομπέρ καταλαβαίνουμε νωρίς πως είναι τελικά ο πραγματικός φυλακισμένος ήρωας της ταινίας. Ενας άντρας τυφλωμένος από εκδίκηση, πάθος και παθολογική εμμονή. Καταδικασμένος να μείνει για πάντα σε ένα νεκρό παρελθόν που προσπαθεί να αναστήσει με σύμμαχο την επιστήμη.
Καμία επιστήμη, όμως, δεν υπήρξε ποτέ ικανή να ανασυνθέσει τους πόρους από τους οποίους αναβλύζει η ανάγκη για επιβίωση, για ζωή και για απόλυτη ελευθερία. Ξένο ή δικό σου το δέρμα υπάρχει μόνο για να σε προστατεύει. Οχι για να σε ορίζει. Και αυτό είναι κάτι που ο Αλμοδοβάρ το ξέρει καλύτερα απ' όλους.
Στο πρόσωπο της Βέρας (το μόνο που μένει ακάλυπτο από τον χειρουργικό μανδύα), βρίσκει για πρώτη φορά στο έργο του ένα καθαρό alter-ego. Και στην ίσως πιο προσωπική του ταινία, ταυτίζεται μαζί της ανάγοντας την αγωνία της να αποδράσει από όλα όσα την κρατούν φυλακισμένη – με κορυφαίο το κορμί της - σε μια μεγαλειώδη πράξη συμφιλίωσης με όλα αυτά που είμαστε και αυτά που δεν θα τολμήσουμε ποτέ να αποδεχτούμε ότι μπορούμε – έστω και με τη βία - να γίνουμε.
Και αυτό είναι η πραγματικά μεγάλη ανατροπή της τελευταίας ταινίας του Πέδρο Αλμοδόβαρ. Αυτό το άλλο, που αποκαλύπτεται στη μέση του φιλμ, ξύνει απλά την επιφάνεια για να μπορέσεις να δεις καθαρά ό,τι πιο τρομακτικό και ταυτόχρονα συναρπαστικό μπορεί να κρύβεται κάτω από το δέρμα που κατοικείς.
 (Fix - Μανώλης Κρανάκης)

Ο Ισπανός auteur, δύο χρόνια μετά τις ελαφρώς χλιαρές «Σπασμένες Αγκαλιές», μοιάζει να επιστρέφει πιο ώριμος στο στυλιζαρισμένο του mix n match, που τον έκανε διάσημο.
Αυτή τη φορά, βασίζει την ιστορία του στο μυθιστόρημα του Τιερί Ζονκέ «Mygale» («Tarantula»), όπου ένας διάσημος πλαστικός χειρουργός (εξαιρετικός στο ρόλο ο Αντόνιο Μπαντέρας) κρατά φυλακισμένη μια νεαρή γυναίκα, κάνοντας πάνω της πειράματα για τη δημιουργία νέου δέρματος. Ο γιατρός έχει χάσει τη γυναίκα του σε ένα φρικτό δυστύχημα, όπου κάηκε ζωντανή, αλλά αυτή δεν είναι η μόνη ανάμνηση από το παρελθόν που τον στοιχειώνει.
Μέσα από μια σειρά φλας μπακ, που πετάνε με την χαρακτηριστική αλμοδοβαρική άνεση από το σήμερα στο χθες και πάλι μπροστά, ο Ισπανός σκηνοθέτης μάς αποκαλύπτει ένα προς ένα τα σκοτεινά μυστικά του φιλμ, χτίζοντας - σε αναλογία με τον τίτλο του βιβλίου στο οποίο βασίζεται- μια δομή αριστοτεχνική κι επιδέξια σαν τον ιστό της αράχνης. Τα θέματα που τον απασχολούν είναι παρόντα και εδώ, τίθενται όμως με μεγαλύτερη ειλικρίνια και μια κυριολεξία που αγγίζει το γκροτέσκο: η ταυτότητα, το σώμα και η αλληλένδετη σχέση των δύο αρθρώνονται μέσα σε μεγαλοπρεπή κάδρα εικαστικής τελειότητας.
Αντλώντας έμπνευση τόσο από τα «Μάτια Χωρίς Πρόσωπο», του Ζορζ Φρανζί, όσο και από τα κλασικά χολιγουντιανά μελοδράματα, το «Δέρμα που Κατοικώ» δεν είναι θρίλερ, ούτε ταινία τρόμου, ούτε κωμωδία αλλά μία μίξη όλων των παραπάνω, αποθεώνοντας ταυτόχρονα τη φόρμα. Χωρίς να χάνει στιγμή το χιούμορ του, το φιλμ παίζει τόσο αβίαστα με το καμπ και την σαπουνόπερα, που αγγίζει στο αποκορύφωμά του τη φάρσα.
Δεν είναι πολλοί οι σκηνοθέτες που μπορούν να βαδίσουν πάνω σε αυτό το λεπτό, αιωρούμενο σχοινί χωρίς να φάνε τα μούτρα τους: στον Αλμοδόβαρ βλέπουμε έναν από αυτούς. Το «Δερμα που Κατοικώ» μπορεί να μην αγγίζει το συναισθηματικό βάθος προηγούμενων ταινιών του αλλά είναι απολαυστικό από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό - αφήνοντάς μας να ζητάμε κι άλλο.
(Σινεμα - Φαίδρα Βόκαλη)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Προβολή 06/02 : ΡΟΜΑ

Ρόμα   Δραματική 2018 | Α/Μ | Διάρκεια: 135'  Σκηνοθεσία Αλφόνσο Κουαρόν με τους: Γιαλίτζα Απαρίσιο, Μαρίνα ντε Ταβίρα, Νάνσι Γκαρσία, Χόρχε Αντόνιο Γκερέρο


Tο πιο προσωπικό έργο έως τώρα του βραβευμένου με Όσκαρ σκηνοθέτη και συγγραφέα Αλφόνσο Κουαρόν (Gravity, Τα παιδιά των Ανθρώπων, Θέλω και τη Μαμά σου), η ταινία «Ρόμα» ακολουθεί την Κλίο (Γιαλίτσα Απαρίσιο), μια νέα οικιακή βοηθό μιας οικογένειας στη Ρόμα, μια γειτονιά μεσαίας τάξης στην Πόλη του Μεξικού. Σε αυτήν την καλλιτεχνική επιστολή αγάπης προς τις γυναίκες που τον μεγάλωσαν, ο Κουαρόν αντλεί υλικό από την παιδική του ηλικία για να δημιουργήσει ένα ζωντανό και συναισθηματικό πορτρέτο της εσωτερικής διαμάχης και της κοινωνικής ιεραρχίας κατά τη διάρκεια της πολιτικής αναταραχής της δεκαετίας του 1970.



Κριτικές :
Το «ROMA» είναι η απόλυτη τελειότητα!! Κατά μία εκδοχή μπορεί να είναι κι η καλύτερη ταινία του ΑΛΦΟΝΣΟ ΚΟΥΑΡΟΝ, ενός σκηνοθέτη που βρίσκεται σε διαρκή και καλπάζουσα άνοδο κι ο οποίος έχει περάσει εδώ και χρόνια …

Πρόγραμμα : Χειμώνας 2018 Β΄ Κύκλος

06/02 - ΡΟΜΑ



20/02 - Ο ΕΝΟΧΟΣ

06/03 - ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ (19:00)


20/03 - ΚΑΠΕΡΝΑΟΥΜ

Προβολή 23/01 : Το ξέρουν όλοι

Τo Ξέρουν Όλοι  Todos lo Saben / Everybody Knows
Δραματική 2018 | Έγχρ. | Διάρκεια: 132' Ισπανογαλλική ταινία, σκηνοθεσία Ασγκάρ Φαραντί με τους: Πενέλοπε Κρουζ, Χαβιέ Μπαρδέμ, Ρικάρντο Νταρίν, Μπάρμπαρα Λένι 
Η Λάουρα επιστρέφει με την κόρη και τον γιο της από το Μπουένος Άιρες στο χωριό της στην Ισπανία για το γάμο της αδερφής της. Στη γιορτή που ακολουθεί όμως κόβεται ξαφνικά το ρεύμα και η κόρη της εξαφανίζεται. Η Λόρα ταξιδεύει με την κόρη και το γιο της στο χωριό που μεγάλωσε για το γάμο της αδερφής της. Οι εντάσεις όμως δεν λείπουν από την οικογένεια της και τα συναισθήματα που τρέφει για τον παλιό της φίλο Πάκο περιπλέκουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Η γιορτή συνεχίζεται όταν το ρεύμα πέφτει ξαφνικά και η κόρη της Λόρα εξαφανίζεται.


O βραβευμένος με Όσκαρ Ασγκάρ Φαραντί (Ένας Χωρισμός, Ο Εμποράκος) σκηνοθετεί την Πενέλοπε Κρουζ και το Χαβιέ Μπαρδέμ σε αυτό το πολυδιάστατο ψυχολογικό δράμα.
Κριικές :

«ΤΟ ΞΕΡΟΥΝ ΟΛΟΙ» (TODOS LO SABEN) (EVERYBODY KNOWS): Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ Α…