Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Προβολή 28/03/2012 : Ο Θεός της Σφαγής



Την Τετάρτη 28 Μαρτίου στις 7.30 μ.μ. στο πλαίσιο της κινηματογραφικής λέσχης ¨Στιγμές της Πόλης¨ θα προβληθεί η ταινία ''Ο Θεός της Σφαγής''


Σκηνοθεσία: Ρομάν Πολάνσκι.
Πρωταγωνιστούν: Κέιτ Γουίνσλετ, Τζόντι Φόστερ, Κριστόφ Βαλτς, Τζον Σ. Ράιλι.


Περίληψη:  Ένας καυγάς ανάμεσα σε δύο παιδιά περίπου έντεκα χρονών, σε μια συνοικιακή παιδική χαρά. Πρησμένα χείλη, σπασμένα δόντια... οι γονείς του "θύματος" καλούν τους γονείς του "θύτη" στο σπίτι τους, για να τα βρουν. Τα ευγενικά πειράγματα δίνουν τη θέση τους σε κοφτερά υπονοούμενα, καθώς έρχονται στην επιφάνεια οι γελοίες αντιφάσεις και οι τραγελαφικές προκαταλήψεις των τεσσάρων γονιών. Κανένας από αυτούς δεν θα μπορέσει να ξεφύγει…

Υποψήφιο για 2 Χρυσές Σφαίρες Γυναικείας Ερμηνείας (Κωμωδία ή Μιούζικαλ), για τις Τζόντι Φόστερ και Κέιτ Γουίνσλετ

Βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό, “Le Dieu du Carnage”, της Γιασμίνα Ρεζά.
Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Εστία, με τίτλο “Ο Θεός της Σφαγής”




Πληροφορίες για την παραγωγή της ταινίας

Ο βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης Ρομάν Πολάνσκι σκηνοθετεί τους Κέιτ Γουίνσλετ, Τζόντι Φόστερ, Τζόν Σ. Ράιλι και Κριστόφ Βαλτς στην ταινία Ο ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ, που προσαρμόστηκε για τη μεγάλη οθόνη, βασισμένο στη θεατρική επιτυχία της Γιασμίνα Ρεζά, «Τhe God of Carnage».

Αφορά στη θλιβερά διασκεδαστική ιστορία δύο οικογενειών που εμπλέκονται σε μια επίδειξη δύναμης, εξαιτίας ενός τσακωμού των παιδιών τους. Στην ταινία Ο ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ υπογραμμίζονται οι γελοίες αντιφάσεις και οι γκροτέσκες προκαταλήψεις τεσσάρων ευκατάστατων αμερικανών γονέων.

Γυρισμένη σε πραγματικό χρόνο, η ταινία Ο ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ βάζει το αντρόγυνο Νάνσι και Άλαν Κόουαν αντιμέτωπους με τη φιλελεύθερη συγγραφέα και αγωνίστρια Πενέλοπε Λόνγκστριτ και τον έμπορα σύζυγό της, Μάικλ. Απρόβλεπτη και συγκλονιστική, η ταινία αποκαλύπτει με ξεκαρδιστικό τρόπο την υποκρισία που κρύβεται πίσω από μία ευγενική επιφάνεια.

Το θεατρικό έργο χαιρέτησαν κριτικοί και κοινό, ήταν sold out στο Παρίσι, το Λονδίνο και το Broadway, ενώ μετά την πρεμιέρα του το 2006 κέρδισε πολλά βραβεία (Olivier Awards και Tony’s).

Μόλις είδε το θεατρικό, ο Ρομάν Πολάνσκι κατάλαβε ότι θα μπορούσε να γίνει μια συναρπαστική ταινία. «Ο ρυθμός του θεατρικού ήταν γρήγορος και καταιγιστικός. Αυτό που κυρίως με τράβηξε ήταν ότι η δράση εξελισσόταν σε πραγματικό χρόνο».

Ο Πολάνσκι ανέθεσε στη συγγραφέα του έργου, Γιασμίνα Ρεζά, την προσαρμογή του θεατρικού για τη μεγάλη οθόνη. Αρχικά ανεβασμένο στο Παρίσι, το θεατρικό ‘μετακόμισε’ στη Νέα Υόρκη, και συγκεκριμένα στο Μπρόντγουεϊ το 2009. Και ήταν στο Μπρούκλιν που ο Πολάνσκι επέλεξε να τοποθετήσει το έργο, όταν το μετέφερε στη μεγάλη οθόνη.

»Το πνεύμα του θεατρικού μου φάνηκε πιο αμερικανικό απ΄ότι γαλλικό και το Μπρούκλιν θα ήταν ένα πιθανό μέρος για να ζει αυτού του είδους η φιλελεύθερη οικογένεια.»

Ο σκηνοθέτης θέλησε να παραμείνει πιστός και στον πραγματικό χρόνο που εκτυλίσσεται το έργο, παρά τις προκλήσεις που θα σήμαινε αυτό. Η δράση εκτυλίσσεται σε διάστημα 90 λεπτών, χωρίς διαλείμματα και σε μία μόνο σκηνή. «Ήταν μια πρόκληση να κάνω μια ταινία σε πραγματικό χρόνο», λέει ο Πολάνσκι. «Από τότε που ήμουν παιδί, μου άρεσαν οι ταινίες που εξελίσσονταν σε ένα σημείο πολύ περισσότερο απ΄ότι οι ταινίες δράσης. Μου αρέσει η αίσθηση της εγγύτητας που αναπτύσσεται μεταξύ των χαρακτήρων, παρόμοια με το συναίσθημα που έχεις ότι βλέπεις ολλανδικά έργα ζωγραφικής, όπως το The Wedding Arnolfini του Van Eyck, όπου ο καλλιτέχνης δίνει στον θεατή την αίσθηση ότι βρίσκεται στο δωμάτιο. Έχω κάνει ταινίες στο παρελθόν που εκτυλίσσονταν σε κλειστό χώρο, αλλά όχι τόσο αυστηρά όπως στο Ο ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ, οπότε αυτή ήταν μια νέα εμπειρία για μένα.»
Το καστ

Ο Πολάνσκι στη συνέχεια μάζεψε τους ηθοποιούς για την ταινία. Τη βραβευμένη με Όσκαρ Κέιτ Γουίνσλετ (Mildred Pierce, The Reader) και τον βραβευμένο με Όσκαρ Κριστόφ Βαλτς (Water for Elephants, Inglourious Basterds), οι οποίοι ενσάρκωσαν τους Νάνσι και Άλαν Κόουαν. Απέναντί τους έβαλε τη βραβευμένη με Όσκαρ Τζόντι Φόστερ (Panic Room , The Silence of the Lambs) και τον Τζον Σ. Ράιλι (We need to talk about Kevin, Magnolia), οι οποίοι ενσάρκωσαν τους Πενέλοπε και Μάικλ Λόνγκστριτ.

Όλοι οι ηθοποιοί έπρεπε να είναι στο σετ όλη την ημέρα, κάθε μέρα, καθόλη τη διάρκεια των γυρισμάτων και να παίζουν συνεχώς, όλοι μαζί, στην ίδια σκηνή. «Για να γυρίσεις μία ταινία με αυτόν τον τρόπο θα πρέπει να έχεις ηθοποιούς που να τα πάνε καλά μεταξύ τους», λέει ο Πολάνσκι. «Οι τέσσερις χαρακτήρες που ενσάρκωναν ήταν πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους. Ήταν καθαρή τύχη το ότι οι τέσσερις αυτοί θα λειτουργούσαν τόσο καλά μαζί, σε πλήρη αρμονία. Και αυτό, δεν συμβαίνει σε κάθε παραγωγή!»



Η Κέιτ Γουίνσλετ περιγράφει τη μεσίτρια Νάνσι Κόουαν ως «μια εξαιρετικά πολυάσχολη εργαζόμενη μητέρα, που συνεχώς αισθάνεται ένοχη επειδή δεν μπορεί να είναι αρκετά παρούσα στη ζωή του παιδιού της. Ωστόσο έχει πολύ σαφή άποψη σχετικά με τη μητρότητα και την ανατροφή των παιδιών, ενώ στην πραγματικότητα ασχολείται ελάχιστα με αυτά. Αν και αγαπά το παιδί της, υπάρχουν ορισμένα θέματα για τα οποία πραγματικά δεν έχει ιδέα.»

Για τη Γουίνσλετ η επιτυχία της θεατρικής παράστασης έγκειτο στο πώς ορισμένα οικουμενικά θέματα είναι διατυπωμένα με χιούμορ. «Είναι ένα παράθυρο σε κάποια από τα θέματα που μας απασχολούν πολύ,» λέει. «Αναφέρεται στην πολυπλοκότητα της άσκησης του γονικού ρόλου, στο πώς τα παιδιά θα πρέπει να μεγαλώνουν, στη συνεχή και περίπλοκη δυναμική του γάμου. Και όταν τα μεταφέρεις αυτά σε μια κωμωδία, με τον τρόπο που το έκανε Γιασμίνα, τα εμπλουτίζει και τα κάνει ακόμα πιο διαφωτιστικά για όλους. Το θέμα είναι να είμαστε σε θέση να γελάμε με τον εαυτό μας, και να αστειευόμαστε με την ανθρώπινη κατάσταση, χωρίς να έχει σημασία τι γλώσσα μιλάμε, ή από ποια χώρα είμαστε, ή ποιες είναι οι προσωπικές εμπειρίες που έχουμε βιώσει.»

«Είναι πολύ ρεαλιστική», συνεχίζει η Γουίνσλετ. «Για παράδειγμα, στο προαύλιο του σχολείου όταν μιλάς με άλλους γονείς, υπάρχει πάντα μία αίσθηση του τύπου ‘πρέπει να είμαι καλός μαζί σου, παρόλο που κατά βάθος δεν θέλω ούτε να σε βλέπω’. Υπάρχει πάντα μία ψευτιά και ωραιοποίηση στην ατμόσφαιρα, η οποία σχετίζεται και με τον τρόπο που φέρεσαι ως γονιός, όταν πας να προστατεύσεις το παιδί σου.»

Στην ηθοποιό άρεσε επίσης ότι το έργο απεικόνιζε με ωμό τρόπο το πώς η ζωή μας κυριαρχείται από την τεχνολογία. «Αυτό αποδεικνύει το πόσο εύκολο είναι να απεμπλακείς από τη δική σου πραγματικότητα. Είναι σαν να έχουμε βρει τον εύκολο τρόπο να καλύψουμε τα κενά στις σχέσεις μας. Βασιζόμαστε στο να τσεκάρουμε τα μηνύματά μας, ή να απαντάμε ή να περιμένουμε απάντηση. Όλοι έχουμε γίνει τόσο εξοικειωμένοι με αυτό τον τρόπο του να υπάρχουμε και να επιβεβαιώνουμε τις φιλίες μας, μέσα από αυτές τις μη- λεκτικές συνδέσεις.»

Η Γουίνσλετ ενθουσιάστηκε από την πολυεπίπεδη φύση του έργου. «Αυτό που είναι συναρπαστικό σε αυτό είναι ότι ξεκινά για να είναι ένα πράγμα και πολύ γρήγορα γίνεται κάτι εντελώς διαφορετικό», λέει. «Αυτό μου άρεσε πολύ στην ιστορία. Είναι πολύ ρεαλιστική, αλλά και απρόβλεπτη. Νομίζεις ότι βλέπεις ένα είδος ταινίας και στην πραγματικότητα, αλλάζει πολύ γρήγορα σε κάτι πολύ διαφορετικό.»

Για την Τζόντι Φόστερ, που παίζει την επαναστάτρια Πενέλοπε Λόνγκστριτ, ο ισχυρότερος πόλος έλξης ήταν οι ιδέες της ιστορίας. «Παρόλο που είναι σατιρική και παράξενη, από ορισμένες απόψεις, οι σχέσεις μεταξύ των χαρακτήρων έχουν μια πραγματική γείωση στην πραγματικότητα, στην ψυχολογία της οικογένειας. Και το μωσαϊκό της ζωής των ανθρώπων είναι αυτό που βρίσκω το πιο συναρπαστικό. Το πώς αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, πώς τρελαίνουν ο ένας τον άλλο , πώς ‘μαχαιρώνουν’ ο ένας τον άλλο ξανά και ξανά, όχι μόνο σε αυτή τη γενιά, αλλά και στην επόμενη. Οι ιδέες μας για την ηθική είναι κατασκευάσματα και στην πραγματικότητα είμαστε όλοι πολύ πρωτόγονοι. Είμαστε κατά κάποιο τρόπο όλοι τερατώδεις, και αν αναλαμβάναμε την ευθύνη για αυτό, πιθανώς να ήμασταν σε καλύτερη θέση.»



»Το ζήτημα της ηθικής είναι ενδιαφέρον,» συνεχίζει η Φόστερ. «Τέσσερις άνθρωποι προσπαθούν να καταλάβουν ποιο είναι το σωστό που πρέπει να κάνουν και το αν είναι το σωστό πράγμα όντως το σωστό. Και καθώς περνά η ώρα ανακαλύπτουν αυτό που πραγματικά είναι. Γίνονται όλο και πιο τερατώδεις, και υποθέτω ότι αυτό είναι που τους κάνει αστείους. Είναι όλοι ευγενικοί άνθρωποι, είναι όλοι μορφωμένοι, προέρχονται από οικογένειες της ανώτερης και μεσαίας τάξης και ζουν σε ένα ακριβό προάστιο. Οπότε, κάποιος θα πίστευε ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Αντιθέτως όμως, όλα πάνε πολύ άσχημα.»

«Είναι μια κωμωδία ηθών, αλλά και μία ταινία για το πώς οι άνθρωποι χάνουν το ήθος τους», λέει η Φόστερ. «Αυτό που πραγματικά κάνει την ταινία να ‘δουλεύει’ είναι ότι ο κάθε χαρακτήρας είναι τόσο καλά σχεδιασμένος και πολύ διαφορετικός από τον άλλο. Ο χαρακτήρα της Κέιτ είναι καλός στο να προσπαθεί να είναι πάντα ο σύνδεσμος με τους υπόλοιπους. Όμως γνωρίζουμε ότι στην πραγματικότητα δεν θέλει αυτό, οπότε την παρακολουθούμε να προσπαθεί να κρυφτεί και να γίνεται όλο και πιο εσωστρεφής.»

Η Φόστερ λέει ότι αισθάνθηκε ότι της ταίριαζε πολύ ο χαρακτήρας της Πενέλοπε. «Είναι πολιτικά ορθή και τα παίρνει όλα πολύ στα σοβαρά», λέει η ηθοποιός. «Στην αρχή της ταινίας φαντάζει κανονική, αλλά καθώς η ιστορία εξελίσσεται, γίνεται όλο και περισσότερο μια καρικατούρα ενός κανονικού προσώπου. Οι σχέσεις της έχουν πολλές διαστρωματώσεις. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαπραγμάτευσης έρχεται αντιμέτωπη με τα προβλήματα στο γάμο της. Είναι μία νευρική γυναίκα που εργάζεται σε ένα βιβλιοπωλείο, η οποία γράφει ένα βιβλίο για την Αφρική. Κι αυτό είναι ένα project που δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό της. Αισθάνεται φρίκη απέναντι στα δύο αυτά άτομα που έρχονται στο σπίτι της, τα οποία δεν φαίνεται να νοιάζονται για τα δεινά του κόσμου. Ο σύζυγός της είναι ένα καλοκάγαθος τύπος, ο οποίος θεωρεί ότι η αυστηρότητά της είναι λίγο υπερβολική. Και προκειμένου να την αποφύγει πίνει το αγαπημένο του ουίσκι.»

Η Φόστερ απόλαυσε τις ανατροπές στις σχέσεις μεταξύ των τεσσάρων χαρακτήρων. «Για μεγάλο μέρος της ταινίας, είναι η Πενέλοπε και ο Άλαν που αντιπαθούν ο ένας τον άλλον. Αυτός είναι ένα πολύ κυνικός δικηγόρος που του αρέσει να με πειράζει επειδή ενοχλείται από το πόσο πολιτικά ορθή είμαι. Σύντομα όμως, όλοι αλλάζουν πλευρά και μέχρι το τέλος της ταινίας, μισεί ο ένας τον άλλον. Η ιστορία υπογραμμίζει την ευθραυστότητα των σχέσεων και το πόσο ‘σημαδεμένοι’ είμαστε όλοι.»

Επίσης, η γλώσσα του έργου έκανε ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ηθοποιό και ήταν συνεπαρμένη από το πώς η Ρεζά έκανε τους χαρακτήρες να αποκαλύπτονται μέσα από τη γλώσσα. «Η Πενέλοπε λέει συνεχώς ‘αυτό είναι αηδιαστικό’ ή αυτό με αηδιάζει’. Η αποστροφή φαίνεται να είναι αυτό που με χαρακτηρίζει. Και η Νάνσι λέει συνέχεια ‘φυσικά’, ωστόσο είναι το λιγότερο φυσικό πρόσωπο. Ο Μάικλ είναι το είδος του άντρα που λέει συνεχώς ‘μα, γιατί δεν μπορούμε να τα βρούμε βρε παιδιά;’ Ή ‘γιατί να προβληματιζόμαστε γι’ αυτό; Γιατί πρέπει να προβληματιζόμαστε, γενικά;»




Για την Γουίνσλετ ήταν επίσης μία ευκαιρία να ‘βυθιστεί’ στην πλούσια γλώσσα του έργου. «Ακούμε τους χαρακτήρες να χρησιμοποιούν πραγματικά επιθετικές, σκληρές λέξεις, είτε ως όπλο, είτε ως τρόπο για να εξηγήσουν τα συναισθήματά τους και την αντίληψή τους γι αυτό που σκέφτεται ο άλλος,» λέει. «Και κανένας από αυτούς δεν αναλαμβάνει την ευθύνη για τα λόγια που βγαίνουν από τα στόμα του. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η ιστορία ξετυλίγεται με αυτόν τον τρόπο. Κανείς δεν αναλαμβάνει την ευθύνη για ό, τι λέει.»

Ο Τζον Ράιλι έχει το ρόλο του Μάικλ Λόνγκστριτ, ενός πωλητή ειδών οικιακής χρήσης, με κοινωνικές φιλοδοξίες. «Φιλοδοξεί να ανέβει κοινωνικά. Η σύζυγός του Πενέλοπε είναι πολύ πιο κουλτουριάρα από αυτόν. Είναι συγγραφέας, ασχολείται με παγκόσμια θέματα και τη δικαιοσύνη στον κόσμο. Κατά κάποιο τρόπο, όλοι οι χαρακτήρες της ταινίας είναι υποκριτές. Ο καθένας τους σκέφτεται ότι μόνο αν όλοι οι υπόλοιποι σκέφτονταν σαν εκείνο τότε ο κόσμος θα ήταν τέλειος. Έτσι, ο Μάικλ βάζει το καλό του προσωπείο όταν συναντά την Νάνσι και τον Άλαν, αλλά τελικά δεν μπορεί να κρατηθεί και εκρήγνυται. Ο καθένας από τους χαρακτήρες αποκαλύπτει το πραγματικό του πρόσωπο σε διαφορετικό σημείο στην ιστορία. Αυτό που είναι αξιοθαύμαστο στο γράψιμο της Γιασμίνα είναι ότι όταν νομίζεις ότι η ιστορία πάει να τελειώσει, κάποιος λέει, όχι, εγώ δεν φεύγω ακόμα, θέλω να πω αυτό και εκείνο. Και αυτό είναι που κρατάει ζωντανή αυτήν τη δίνη, μέχρι που στο τέλος γίνεται η έκρηξη. Είναι ένας ιδιαίτερα καταστροφικός αντικατοπτρισμός του τρόπου με τον οποίο μεγαλώνουν τα παιδιά στην Αμερική.»

Ο Ράιλι ανταποκρίθηκε στη σάτιρα του έργου. «Είναι ένα τέλειο σκηνικό για κωμωδία. Αυτό αναπόφευκτα συμβαίνει κάθε φορά που βάζεις ανθρώπους σε μια δύσκολη κατάσταση και τους αναγκάζεις να συμπεριφερθούν με ευγενικό τρόπο. Είναι μία παλιά, δοκιμασμένη συνταγή για κωμωδία.»

Η Φόστερ συμφωνεί, λέγοντας ότι η ομάδα είχε μακρές συζητήσεις σχετικά με το πώς να αποδώσει σωστά το ύφος της σάτιρας. «Ακόμα και αν η κωμωδία είναι υπερβολική, πρέπει να την προσγειώσεις στην πραγματικότητα. Και στην περίπτωση αυτή, η κωμωδία είναι γειωμένη στην πραγματικότητα ακόμα και αν επειδή πρόκειται για σάτιρα, είναι τραβηγμένη σε σημείο υπερβολικό. Έτσι, για παράδειγμα, όταν η Πενέλοπε ερωτάται για την Αφρική, είναι απίστευτα αστείο να την παρακολουθούμε να καταρρέει, τη στιγμή που μιλά. Είναι η σοβαρότητα του χαρακτήρα που προκαλεί το γέλιο. Στην περίπτωση του Άλαν είναι η απίστευτη αναλγησία του, που τον κάνει πραγματικά αστείο.»

Ο Πολάνσκι οργάνωσε δύο εντατικές εβδομάδες προβών, προκειμένου να εξοικειωθούν οι ηθοποιοί ο ένας με το άλλο, αλλά και για να διερευνήσει τον τόνο της ταινίας, έναν τόνο που κυμαίνεται μεταξύ σάτιρας, κωμωδίας και δράματος.

«Πάντα μου άρεσαν οι πρόβες,» λέει με ενθουσιασμό η Γουίνσλετ. «Είναι πάντα μεγάλη ευχαρίστηση για μένα να μπορώ να έχω μια τέτοια πολυτέλεια. Αλλά δεν νομίζω ότι κάποιος από εμάς θα μπορούσε να προβλέψει ότι ο Ρόμαν θα μας έβαζε να μάθουμε ολόκληρο το σενάριο, από την αρχή μέχρι το τέλος, σαν ένα θεατρικό έργο. Ήμουν πραγματικά ενθουσιασμένη που το οργάνωσε με τέτοιο τρόπο, επειδή αυτό σήμαινε ότι όταν πήγαμε στο γύρισμα γνωρίζαμε όλοι ακριβώς τις θέσεις μας. Αυτό ήταν χρήσιμο για εμάς και τον Ρόμαν γιατί ήξερε ακριβώς πως να γυρίσει την ταινία. Το διάστημα της πρόβας ήταν μία εμπειρία που μας έφερε όλους πολύ κοντά. Είναι τόσο διασκεδαστικό να μπορείς να σταθείς στο ύψος αυτής της πρόκλησης και να είσαι με ηθοποιούς που είναι αναγνωρισμένοι και να αισθάνεσαι την επιθυμία να ταιριάξεις μαζί τους και να συνεργαστείς. Αυτό είναι πραγματικά υπέροχο.»

Για την Γουίνσλετ, η περίοδος της πρόβας της επέτρεψε να ασχοληθεί με τη σκηνή που της προκαλούσε το μεγαλύτερο τρόμο. Τη σκηνή που είναι μεθυσμένη και κάνει εμετό στα πολύτιμα βιβλία τέχνης που βρίσκονται στο τραπεζάκι της Πενέλοπε. «Όλοι συνειδητοποιήσαμε ότι αυτή η κίνηση ήταν σαν να ήθελε να πει κάτι,» εξηγεί. «Η πρόκληση ήταν να το κάνουμε να φανεί εντελώς απρόβλεπτο. Το πως το πετύχαμε αυτό είχε να κάνει με τη σκηνοθεσία του Ρόμαν. Αλλά έχοντας κάνει τη σκηνή στην πρόβα μπορούσαμε να δούμε τι λειτουργεί και τι όχι και αυτό ήταν μια πραγματική πολυτέλεια. Ήμουν πολύ ανακουφισμένη όταν την τελειώσαμε επειδή ήταν μια δύσκολη σκηνή. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να παίζεις το μεθυσμένο!»

«Η πρόβα μου έδωσε την ευκαιρία να κατασταλάξουν οι ιδέες στο μυαλό μου και να βρω έναν τρόπο για να κάνω τον χαρακτήρα μου, να μιλήσει,» λέει ο Ράιλι. «Επέτρεψε, επίσης, σε όλους μας να βρούμε τους ρυθμούς και τον τρόπο που θα έπρεπε να αλληλεπιδράσουμε μέσα στον κλειστό χώρο του σετ. Και υπήρχε έντονη ανταλλαγή ιδεών, ιδιαίτερα σε σχέση με το διάλογο. Ο Ρόμαν μετέφραζε από το γαλλικό πρωτότυπο, ώστε να μας λέει πως μια ατάκα θα λεγόταν στα γαλλικά και εμείς προτείναμε τρόπους για το πώς να την κάνουμε να ακούγεται αυθεντικά αμερικανική. Και το γεγονός ότι δεν υπήρχαν ‘εγώ’ σήμαινε ότι μπορούσαμε να είμαστε ειλικρινείς στην επικοινωνία μας.»

«Είναι πολύ χρήσιμο να μπορείς να σκηνοθετείσαι από ένα σκηνοθέτη που έχει υπάρξει ηθοποιός στο παρελθόν,», συνεχίζει ο Ράιλι, «όχι μόνο γιατί είναι πιο θετικά διακείμενος προς τους ηθοποιούς, αλλά επειδή έχει μια καλή αίσθηση της αλήθειας των στιγμών. Ο Ρόμαν έχει μια έμφυτη αίσθηση του πως είναι να ενσαρκώνεις ένα ρόλο. Έτσι, ενδιαφερόταν το ίδιο με εμάς για τη διαδικασία της πρόβας, το ρεαλισμό των αντιδράσεων και τις συμπεριφορές. Στην πρόβα ρωτούσε πάντα γιατί κάναμε κάτι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.»

«Νομίζω ότι ήταν διασκεδαστικό για τον Ρόμαν,» λέει η Φόστερ, σχετικά με τη διαδικασία της πρόβας. «Το μεγαλύτερο κομμάτι της σκηνοθεσίας ήταν κατά τη διάρκεια των προβών, οπότε όταν άρχισαν τα γυρίσματα, οι ανησυχίες περιστρέφονταν σχετικά με το πώς θα κινείτο η κάμερα, ποιές θα ήταν οι γωνίες λήψης και μερικές φορές κάποιες συμβουλές προς εμάς, τους ηθοποιούς. Ο Ρόμαν είναι άριστος τεχνικός και κινηματογραφιστής, έχει ένα πολύ συγκεκριμένο στυλ και είναι πολύ συνεπής στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί: βάζει τα σημάδια κάτω και στήνει την κάμερα και είναι εκεί με το μικρό του σκόπευτρο. Ένα γδαρμένο σκόπευτρο που δεν έχω δει κανένα να χρησιμοποιεί εδώ και περίπου 20 χρόνια (πρέπει να είναι από τότε που έκανε την ταινία «Knife in the Water»). Έχει μια συγκεκριμένη ιδέα για το πώς θέλει να γίνει η ταινία, αλλά αυτό είναι και μέρος του τρόπου του να δουλεύει.»

O Κριστόφ Βαλτς συμφωνεί: «Η πρόβα ήταν σχεδόν απαραίτητη για αυτό το έργο. Δεν ήταν μόνο ότι μας επέτρεψε να συνηθίσουμε ο ένας τον άλλον. Μας έδωσε το χρόνο να πειραματιστούμε, να δοκιμάσουμε διάφορα πράγματα, να απορρίψουμε άλλα που δεν ήταν κατάλληλα. Σε ένα κανονικό γύρισμα ποτέ δεν έχεις την πολυτέλεια του χρόνου.»

«Το ότι τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν σε πραγματικό χρόνο ήταν η μεγάλη πρόκληση», λέει ο Φόστερ. «Ό,τι μεταβάσεις γίνονται, γίνονται on camera, και γίνονται αμέσως και επί τόπου, και νομίζω ότι το έργο είναι τόσο όμορφα σχεδιασμένο που είναι εύκολο να μεταβεί κανείς από το ένα συναίσθημα στο άλλο. Έχω κάνει πολλές ταινίες, που να είναι γυρισμένες σε μία τοποθεσία, όπως αυτή. Αυτό που συμβαίνει πάντα όταν κάνεις μια ταινία, στην οποία υπάρχουν μόνο τέσσερα άτομα είναι ότι αναπτύσσεται μια εγγύτητα μεταξύ των ηθοποιών που δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με άλλο τρόπο. Στη συγκεκριμένη ταινία ανέπτυξα μία σπάνια συναδελφικότητα. Αγαπώ πραγματικά αυτούς τους ηθοποιούς και ήμουν πραγματικά λυπημένη που μετά τα γυρίσματα δεν μπορούσα να τους βλέπω κάθε μέρα.»



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πρόγραμμα Χειμώνας 2018 ( Β' Κύκλος)

THE SQUARE Ruben Östlund  (Χρυσός Φοίνικας Φεστιβάλ Καννών)  ΤΕΤΑΡΤΗ 17/01/2018 19.00μ.μ.


 ON BODY AND SOUL  Ildikó Enyedi  (Χρυσή Άρκτος Φεστιβάλ Βερολίνου)  ΤΕΤΑΡΤΗ 24/01/2018 19.30μ.μ.


 THE FLORIDA PROJECT  Sean Baker  ΤΕΤΑΡΤΗ 7/02/2018 19.30μ.μ.



 CALL ME BY YOUR NAME  Luca Guadagnino  ΤΕΤΑΡΤΗ 28/02/2018 19.30μ.μ. 


IN THE FADE  Fatih Akin  (Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας Φεστιβάλ Καννών)  ΤΕΤΑΡΤΗ 14/03/2018 19.30μ.μ. 


 FOXTROT Samuel Maoz  (Ειδικό βραβείο της επιτροπής Φεστιβάλ Βενετίας)  ΤΕΤΑΡΤΗ 28/03/2018 19.30μ.μ.

Προβολή 24/01 : Η Ψυχή Και Το Σώμα

Η Ψυχή και το Σώμα  2017 | Έγχρ. | Διάρκεια: 116'
Ουγγρική ταινία, σκηνοθεσία Ίλντικο Ενιέντι με τους: Αλεξάντρα Μπόρμπελι, Γκέζα Μόρσανι, Έρβιν Νάγκι

Βραβεία - Συμμετοχές
• Υποψήφια για Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης ταινίας 2018 • Χρυσή Άρκτος Καλύτερης ταινίας, Διαγωνιστικό Τμήμα, 67ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματόγραφου Βερολίνου • Βραβείο Οικουμενικής Επιτροπής Καλύτερης ταινίας, 67ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματόγραφου Βερολίνου • Βραβείο Καλύτερης ταινίας Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI), 67ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματόγραφου Βερολίνου  Δήλωση Επιτροπής: "Μια ιδιοσυγκρασιακή ιστορία αγάπης , γεμάτη λυρισμό και χιούμορ, απελευθερωμένη από όλες τις κοινωνικές συμβάσεις. Μας εντυπωσιάζει με τη λεπτότητα και την εκφραστικότητα της αισθητικής και μας παρασύρει στην χαρά της ζωής και της αγάπης που διαθέτει". • Βραβείο αναγνωστών"Berliner Morgenpost", 67ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματόγραφου Βερολίνου


Σύνοψη Ο Έντρε και η Μαρία, δύο εσωστρεφείς άνθρωποι, δουλεύου…

Προβολή 07/02/2018 : Florida Project

The Florida Project 

The Florida Project Δραματική 2017  | Έγχρ. | Διάρκεια: 111'  Aμερικανική ταινία, σκηνοθεσία Σον Μπέικερ με τους: Γουίλεμ Νταφόε, Μπρούκλιν Πρινς, Βαλέρια Κότο
- Υποψήφια για Όσκαρ Καλύτερου Β’ Ανδρικού Ρόλου (Γουίλεμ Νταφό)


-Συμμετοχή στο Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών Φεστιβάλ Καννών 2017

Υπόθεση :


Η Μούνεϊ, μια ατίθαση εξάχρονη, ζει με την 22χρονη μητέρα της Χέιλι, σε ένα μοτέλ από αυτά που κάποτε γέμιζαν τουρίστες, ενώ σήμερα φιλοξενούν άστεγες οικογένειες. Το κοντινότερο που έχει σε πατρική φιγούρα είναι ο Μπόμπι, ο διαχειριστής του μοτέλ, τον οποίο πειράζουν συνεχώς τα παιδιά με τις σκανδαλιές τους. Η Χέιλι μόλις έχασε τη δουλειά της κι ένα κοριτσάκι στην ηλικία της Μούνεϊ μόλις μετακόμισε δίπλα τους. Το καλοκαίρι τους είναι γεμάτο θαύματα, ζαβολιές και περιπέτειες, ενώ ταυτόχρονα οι ενήλικες γύρω τους έρχονται αντιμέτωποι με τη σκληρή πραγματικότητα.
Ο Σκηνοθέτης Σόν Μπέικερ :


Βέρος Νεοϋορκέζος και απόφοιτος της σχολής κινηματογράφου του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκη…